Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

Τα μεγάλα "ΟΧΙ" του σύγχρονου Έλληνα

Πλησιάζοντας η 28η Οκτωβρίου, η εθνική επέτειος του ΌΧΙ, αναλογίζομαι πως πολλά είναι τα ΌΧΙ που ένας σύγχρονος Έλληνας θα έπρεπε να... βρει το θάρρος να διατυπώσει και να βροντοφωνάξει. ΌΧΙ στον κυνισμό της Παγκόσμιας Οικονομίας. Είμαστε ένας λαός που ζούσε πάντα με γνώμονα το πνεύμα, όχι με οδηγό το χρήμα. Είμαστε ένας λαός που ποτέ δεν κρίναμε την αξία του διπλανού μας από το πάχος του πορτοφολιού του, αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα του. ΌΧΙ στην εύκολη υποταγή και την άνευ όρων παράδοση. Ήμαστε πάντοτε μικροί σε πληθυσμό, μα πάντοτε υψώναμε ανάστημα γιγάντων. Ήμαστε πάντοτε ολίγοι σε αριθμό, μα πάντοτε πολλοί σε δύναμη ψυχής. ΌΧΙ σε πολιτικούς που πιστεύουν στην ιδέα της εξαθλίωσης των παιδιών μας για χάρη μιας κάποιας αόριστης οικονομικής ανάκαμψης. Είμαστε ένας λαός που αξίζει να γνωρίσει ηγέτες που θα θεωρούν τον άνθρωπο σημαντικότερο από το χρήμα. ΌΧΙ στο σκοταδισμό των σύγχρονων βαρβάρων που γυρεύουν να εξαφανίσουν καθετί ελληνικό κι άρα Ωραίο! Είμαστε ένας λαός που αξίζει να δει την Ελλάδα να λάμπει και πάλι, να ξαναγίνει αυτό που ήταν πάντοτε στους αιώνες: η χώρα του Φωτός. ΌΧΙ στην απαξίωση του έθνους μας, της εθνικής μας ταυτότητας, της εθνικής μας κληρονομιάς. Είμαστε Έλληνες, που σημαίνει ότι είμαστε πάνω απ’ όλα Άνθρωποι που πολεμούν για αξίες και ιδανικά! Κι αυτή μας την ιδιότητα, αυτή μας την περηφάνεια, δεν θα επιτρέψουμε να μας την πάρετε! ΌΧΙ στο ξεπούλημα της πατρίδας μας για οποιοδήποτε τίμημα! Τούτα τα χώματα είναι ιερά! Έχουν πολεμήσει γι’ αυτά οι πρόγονοί μας, υπέφεραν, μάτωσαν, θυσιάστηκαν. Δεν ξεπουλάμε, λοιπόν τη γη των πατεράδων μας για τριάντα αργύρια! Διότι έχουμε πολύ ακριβά αγορασμένη την ελευθερία μας, για να την πουλήσουμε τόσο φτηνά στον τυχόντα! Θέλουμε ν’ ακούσουμε το σάλπισμα του Αγώνα να ηχήσει για ακόμα μία φορά. Κι όταν ηχήσει σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη, θα μπορέσουμε να βαδίσουμε γοργά προς εκείνη τη μέρα, κατά την οποία όλοι οι Έλληνες, από κάθε γωνιά τούτης δω της γης, θα ενώσουμε τα χέρια, θα σχηματίσουμε ένα Μέτωπο Εθνικό και θα τραγουδήσουμε μαζί τον εθνικό μας ύμνο προς την Ελευθερία. Διότι τότε θα κατανοήσουμε το τι σημαίνει στ’ αλήθεια να φωνάζεις, μ’ όση δύναμη διαθέτουν τα πνευμόνια σου, «Χαίρε, ω, χαίρε, λευτεριά»!

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Η νέα μοιρολατρία της παγκόσμιας αγοράς

Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στη μοίρα. Παρότι, όμως αντιλήφθηκαν το αναπόφευκτο της μοίρας, δε θέλησαν να διακηρύξουν ως πολιτισμική θέση ή ως πολιτικό «πιστεύω» την απόλυτη υποταγή της Ανθρωπότητας σ’ αυτήν. Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν έφτασαν στη μοιρολατρία. Κάτι τέτοιο θ’ αποστερούσε την ελευθερία βούλησης από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Απέναντι σ’ αυτήν την απολυτότητα της μοίρας, πρόβαλαν αντίσταση. Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί, βέβαια να ελέγξει τη μοίρα. Μπορεί, όμως να ελέγξει τον τρόπο δράσης του απέναντι στο μοιραίο. Το είδος αυτό και το περιθώριο της αντίστασης του Ανθρώπου απέναντι στη μοίρα το είπαν «ελευθερία». Κι όπως ξέρουμε, αυτή η αντίσταση δεν απέβη μάταιη. Γέννησε έναν μεγαλειώδη πολιτισμό. Το Αρχαίο Θέατρο δραματοποίησε τον αγώνα αυτό του Ανθρώπου απέναντι στην απραξία που μπορεί να γεννήσει η κάθε μορφής μοιρολατρία. Σκληρή μοίρα έπεσε πάνω στην Αντιγόνη και την Ισμήνη. Όμως, οι δύο αδελφές δεν αντιμετώπισαν το χτύπημα της μοίρας με τον ίδιο τρόπο. Η Ισμήνη παρέμεινε άπραγη, δουλικά υποταγμένη στα κελεύσματα των ισχυρών του κόσμου της, ανήμπορη να αντισταθεί. Η Αντιγόνη δρα. Αρνείται να δεχτεί ως τετελεσμένο γεγονός τον ολοκληρωτισμό και τη βαναυσότητα της εξουσίας. Αντιστέκεται στη μοίρα. Στους καιρούς μας, μια νέα μορφή μοιρολατρίας κάνει την εμφάνισή της, εμπνευσμένη από την ανάπτυξη της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, που θέτει ως βασικό πρόταγμα μια δήθεν οικονομική ευημερία. Είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι τα σημερινά κράτη δε διαθέτουν πολλά περιθώρια ελιγμών, δε διαθέτουν τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής του τρόπου ζωής τους, δε διαθέτουν σχεδόν κανένα περιθώριο αυτοδιάθεσης. Με το πρόσχημα της οικονομικής ασφάλειας, πολιτικοί υποδουλώνονται, πολίτες εξαγοράζονται, κι όλοι υποκύπτουν στον εκβιασμό «οφείλετε να πράττετε με ένα συγκεκριμένο τρόπο, αν επιθυμείτε να επωφεληθείτε από τις νέες οικονομικές συνθήκες και συσχετισμούς». Οποιοδήποτε πολιτικό μόρφωμα επιχειρεί να περιορίσει τον αδυσώπητο εναγκαλισμό της παγκόσμιας αγοράς, ανακαλύπτει ότι το εγχείρημα αυτό οδηγεί σε μια απροκάλυπτη απειλή, περί αναγκαστικής εξόδου από την παγκόσμια οικονομική δικτατορία που, ευθαρσώς και χυδαία, αποκαλούν «κοινότητα». Η μόνη ιδεολογία που θα μπορούσε να επιβιώσει στο νέο παγκόσμιο ανταγωνισμό, μας λένε, είναι ο άκρατος, κατ’ επίφασιν δημοκρατικός, φιλελευθερισμός. «Κι ενώ θα ήταν δυνατό μια κοινωνία να διοικείται διαφορετικά, το τίμημα θα ήταν η σχετική οικονομική παρακμή: ένα τίμημα που καμία κοινωνία δεν επιθυμεί να πληρώσει. Αυτή είναι η περιβόητη θέση «περί του τέλους της Ιστορίας», και πρεσβεύει ότι όλες οι κοινωνίες θα πιέζονταν από οικονομικούς παράγοντες, ώστε να διοικούνται με παρόμοιο τρόπο». Μ’ άλλα λόγια, όλες οι κοινωνίες θα ξεπουλούσαν την ελευθερία ύπαρξης και δράσης τους για τριάντα αργύρια. «Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτό το είδος μοιρολατρίας θα υπονομευθεί από τα γεγονότα. Παρακολουθούμε ήδη μια ισχυρή αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση, η οποία λαμβάνει τη μορφή πολιτικών κινημάτων… παρατηρούμε τον αντίχτυπο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς στα αναπτυσσόμενα έθνη και την ποιότητα του διεθνούς πολιτισμού. Τα κινήματα αυτά θέτουν υπό αμφισβήτηση τη θεωρία ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι ο απώτερος στόχος, και αναζητούν τις αληθινές αξίες της ζωής μας, όπως και τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε τις αξίες αυτές. »Όταν κάποτε ζητήθηκε από τον Τόμας Καρλάιλ να καταδείξει την πρακτική σημασία των αφηρημένων ιδεών, φέρεται να εξέφρασε την ακόλουθη άποψη: Κάποτε υπήρξε ένας άνδρας ονόματι Ρουσσώ, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο, το οποίο εμπεριείχε μόνο ιδέες. Η δεύτερη έκδοση βιβλιοδετήθηκε με το δέρμα εκείνων που αρχικά τον ενέπαιξαν!» (David Miller, Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για την πολιτική φιλοσοφία, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 14 κ. εξής). Καμία αντίσταση δεν είναι μάταιη. Ο ελεύθερος άνθρωπος πάντα καταφεύγει στην αντίσταση. Ο ελεύθερος άνθρωπος δε χρησιμοποιεί ποτέ τα χτυπήματα που δέχεται από τη μοίρα ως δικαιολογία απραξίας, αλλά ως εφαλτήριο δράσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν υποτάσσεται ποτέ στα κελεύσματα των ισχυρών της γης, ούτε διανοείται ποτέ να αποκαλέσει τα κελεύσματα αυτά «μοίρα»! Το πιο σημαντικό: ο ελεύθερος άνθρωπος αναγνωρίζει κάθε μορφή δουλείας, όπως κι αν μεταμφιέζει αυτή τους όρους επιβολής της και στέκεται πάντα απέναντί της! Δ. Γκίκας, Υπ. Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας Ιονίου Πανεπιστημίου

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Ανοιχτή επιστολή προς τον Υπουργό Οικονομικών κ. Στουρνάρα

Αξιότιμε κ. Υπουργέ, Σας γράφω την παρούσα, επί τη αφορμή των δηλώσεών σας ότι, εφόσον έχουμε παγκοσμιοποίηση, ας μας αγοράσουν και οι Τούρκοι. Οποιοσδήποτε, κ. Υπουργέ, μπορεί να αντιληφθεί ότι η ιδιότητά σας, αυτή του οικονομολόγου, σας οδηγεί σε πολύ συγκεκριμένες αντιλήψεις επί ορισμένων θεμάτων. Σαν τη γνωστή λαϊκή ρήση που λέει ότι όποιος κρατάει ένα σφυρί, αντιμετωπίζει τους πάντες σαν καρφιά, έτσι κι εσείς αντικρίζετε τα πάντα από τη σκοπιά του οικονομικού κέρδους. Από την άλλη, όμως, κατέχετε μια βαρυσήμαντη πολιτική θέση σε μια χώρα με ιδιαίτερη ιστορία. Τέτοιες, λοιπόν δηλώσεις είναι, το λιγότερο, ατυχείς. Ο πολιτικός άνδρας, κ. Υπουργέ, που σέβεται το λαό του κράτους, τον οποίο και υποτίθεται ότι υπηρετεί, ενεργεί, πράττει, σκέφτεται και αποφασίζει για το καλό του λαού, με γνώμονα το εθνικό (κι όχι το παγκοσμιοποιημένο) συμφέρον. Καμία χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει – όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτισμικά και πολιτικά – με πολιτικούς που ξεπουλάνε τόσο εύκολα «γη και ύδωρ» για τριάντα αργύρια. Συν τοις άλλοις, το ότι αναφερθήκατε ειδικότερα στην Τουρκία, η οποία αποτελεί ακόμα και σήμερα μόνιμη πηγή προβλημάτων για το κράτος (παραβιάσεις, απειλές πολέμου για την ΑΟΖ κλπ), αποτελεί δείγμα πολιτικής ανωριμότητας, παθογένειας, αυταρχικότητας και μέγιστης αλαζονείας από μέρους σας. Αν πραγματικά διαθέτετε την ολίγιστη ευθιξία, κ. Υπουργέ των Οικονομικών της Ελλάδας, καλό θα ήταν να ζητήσετε συγγνώμη και να παραιτηθείτε. Μεγαλύτερη ζημιά προκαλείτε με τέτοιες δηλώσεις, απ’ ότι κέρδος. Εκτός, βέβαια αν προσδοκάτε προσωπικά κέρδη, τα οποία διαφεύγουν από μας τους υπόλοιπους πολίτες. Κέρδη αδιαφανή, οπωσδήποτε. Είναι αδιανόητο για πολιτικό οποιασδήποτε χώρας να θεωρεί ότι το συμφέρον της παγκοσμιοποίησης (και μάλιστα της πιο απάνθρωπης μορφής της) ξεπερνά το συμφέρον του λαού του. Είναι, δε ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ για Έλληνα πολιτικό να δηλώνει υπέρ της εξαγοράς της ίδιας μας της περιουσίας από εκείνους που, όχι μόνο ιστορικά, αλλά και στη σύγχρονη πολιτική ζωή, διακρίνονται για την εχθρότητά τους προς το λαό και το Έθνος μας! Αναμένοντας την απάντησή σας Δημήτριος Γκίκας, Έλληνας πολίτης Υπ. Διδάκτωρ Πολιτικής φιλοσοφίας

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Η Ευρώπη των αγορών: κατάλυση της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας


Είναι πολύ δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τη σημασία των αποφάσεων που έχουν ληφθεί στην Ευρώπη. Απαιτείται διορατικότητα, αντικειμενικότητα και, το κυριότερο, διαύγεια σκέψης. Οι πανηγυρισμοί που ακολούθησαν από τα κόμματα της συμπολίτευσης, μάλλον δεν δικαιολογούνται από τα στοιχεία. Μόνιμο, βέβαια πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ο στρουθοκαμηλισμός και η παραπληροφόρηση. Σε συνδυασμό, δε με το γενικότερο υποβιβασμό της πολιτικής σκέψης και δράσης σε μια απλή οικονομική συνδιαλλαγή, έχει επιφέρει τεράστια πλήγματα στην εθνική κυριαρχία. Δύναται, δε να φέρει ακόμα χειρότερες καταστάσεις. Η δόση που εξασφαλίστηκε στη συνεδρίαση του Eurogroup είναι… κομμένη σε δόσεις! Σύμφωνα με το κοινό ανακοινωθέν, εκ των 43,7 δισ. ευρώ, τα 34,4 δισ. (10,6 δισ. για χρηματοδότηση του προϋπολογισμού και 23,8 δισ. ευρώ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών) θα δοθούν εντός του Δεκεμβρίου, ενώ τα υπόλοιπα 9,3 δισ. θα δοθούν στην Ελλάδα εντός του πρώτου τριμήνου του 2013, ενώ η εκταμίευσή τους θα συνδέεται με την πρόοδο και την επίτευξη των στόχων του μνημονίου. Μ’ άλλα λόγια, η πρώτη… δόση της… δόσης θα δοθεί για να εξασφαλιστεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα – κι όχι για να δημιουργηθούν συνθήκες ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας. Οπωσδήποτε, αυτό που διαφαίνεται εν πρώτοις είναι η προσπάθεια της ΕΕ και της κυβερνητικής τριανδρίας να αποφύγουν αναγκαστική στάση πληρωμών, σε περίπτωση που χρειαστεί να αποπληρωθεί κάποιο ομόλογο. Κατά δεύτερον, η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών αποτελεί μια πράξη που καθόλου δε συνάδει με την πραγματική οικονομία, αφού ούτε τα δάνεια θα περικοπούν, ώστε να υπάρξει ανάσα για την πραγματική οικονομία, ούτε ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει, όπως το παρουσιάζουν οι κυβερνητικοί εταίροι για τη ροή χρημάτων προς την αγορά, αφού οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν πάθει ήδη ασφυξία και δεν προβλέπεται να δανειστούν στο άμεσο μέλλον, οπότε οι μοναδικοί που βολεύονται είναι οι «μεγάλοι» της επιχειρηματικότητας – πάλι! Αυτό όμως που αποτελεί «ψιλά γράμματα» στη συμφωνία είναι η απόφαση της μεταφοράς στο δεσμευμένο λογαριασμό (ο οποίος δε θα ελέγχεται από τη χώρα μας), όλων των εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις, τα επιδιωκόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, καθώς και το 30% του πλεονάζοντος πρωτογενούς πλεονάσματος! Ακόμα χειρότερα, δεν αποσαφηνίζεται το «μέχρι πότε»… Μ’ άλλα λόγια, η χώρα υποχρεώνεται να παρέχει τα έσοδά της που αφορούν την κατεξοχήν ανάπτυξη, όχι στην πραγματική οικονομία, αλλά στον έλεγχο των ξένων εταίρων! Το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, ισχυρίζονται οι «πανηγυρίζοντες», βγαίνοντας κερδισμένο από την παραπάνω κατάσταση, θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα την πραγματική οικονομία. Μόνο που ξεχνούν το περίφημο άρθρο της Ωραίας Κοιμωμένης. Το συγκεκριμένο άρθρο καθορίζει τα εξής: «Το Συμβούλιο (της Ευρώπης), αποφασίζοντας ομοφώνως, μέσω κανονισμών σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μπορεί να αναθέσει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ειδικά καθήκοντα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εξαιρέσει των ασφαλιστικών επιχειρήσεων» (Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ε.Ε., άρθρο 127, παρ. 6). Μ’ άλλα λόγια, η Ε.Ε. έχει ήδη προβλέψει την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων! Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως η ΕΚΤ θα ελέγχει κάθε ροή χρήματος, κάθε μορφή πιστώσεως, κάθε μορφή οικονομικής συνδιαλλαγής και, συνεπεία τούτου, κάθε πράξη οικονομικού περιεχομένου της χώρας! Ας χρησιμοποιήσουμ κάποιο παράδειγμα, για το τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω: Υποτιθέσθω ότι η χώρα επιθυμεί να αγοράσει, για λόγους εθνικής ασφάλειας (όρος που, κι αυτός σε λίγο καιρό, θα αποτελεί σύντομο ανέκδοτο), τρεις φρεγάτες και 40 πολεμικά αεροπλάνα τελευταίας τεχνολογίας. Η καταρχήν αδυναμία της αγοράς – λόγω… ελλειματικού πλεονάσματος – θα την οδηγήσει σε μια αναζήτηση πιστώσεως μέσω κάποιας εγχώριας τράπεζας. Αν η… Ωραία κοιμωμένη (η ΕΚΤ) ξυπνήσει και, για δικούς της λόγους, αποφασίσει να μην επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο, θα επικαλεστεί το άρθρο που αναφέραμε ήδη και η προληπτική εποπτεία θα λάβει χώρα, παρεμποδίζοντας ουσιαστικά την αγορά πολεμικού εξοπλισμού. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε κι άλλα παραδείγματα (αύξηση, ας πούμε, πρωτογενούς παραγωγής της χώρας με δανεισμό σε αγροτικούς συνεταιρισμούς που θα παράγουν βιολογικά προϊόντα κ.ο.κ), το προαναφερθέν όμως είναι αρκετά χαρακτηριστικό. Τα παραπάνω συνιστούν, για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, την οικιοθελή παραχώρηση της εθνικής κυριαρχίας. Με όποια επιχειρήματα κι αν το δει αυτό κανείς, ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι η έννοια «εθνικό κυρίαρχο κράτος» σταδιακά θα παύσει να υφίσταται ως όρος! Η Ευρώπη των Εθνών και των λαών μεταβλήθηκε σε Ευρώπη των αγορών! Προσωπικά, αδυνατώ να πιστέψω πώς μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να αποτελέσει σοβαρή πολιτική! Υποτίθεται ότι ένας από τους λόγους που πολεμήσαμε ως πιστοί στο όραμα της ελευθερίας οι ευρωπαίοι λαοί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και η άρνησή μας να παραδοθούμε σε μια εξουσία που θα καθόριζε τον τρόπο ζωής μας, καθώς και τις οικονομικές και πολιτικές μας δραστηριότητες. Δεν έχει περάσει ούτε ένας αιώνας κι όμως είμαστε κιόλας πρόθυμοι να παραδώσουμε την εθνική κυριαρχία μας σε υπερεθνικά κέντρα εξουσίας! Αυτός, λοιπόν είναι ο λόγος που δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Ιδέα; Η οικονομική καθυπόταξη και ο εθνικός αποχαρακτηρισμός των λαών; Θεωρείται, δηλαδή ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι οι χώρες – σύμμαχοι, οι Εταίροι, οι-όπως αλλιώς θέλετε να τους πείτε-παραχωρούν τα κέρδη (!) που θα έπαιρναν από τα ομόλογα του ελληνικού κράτους που ο λαός του δοκιμάζεται με τον πλέον επαχθή τρόπο; Δεν είμαι οικονομολόγος. Είμαι πολιτικός φιλόσοφος, όμως. Κι αν έχω μάθει κάτι είναι πως όταν στην πολιτική δραστηριότητα ενός κράτους, ενός λαού, το πιο σπουδαίο αντικείμενο καταλήγει να είναι η όποια οικονομική συνδιαλλαγή, το κράτος οδηγείται σε καταστάσεις κανιβαλισμού, σε απάνθρωπες θεωρήσεις. Μόνο που οι άνθρωποι δεν είναι, ούτε επιτρέπεται ποτέ να γίνουν αναλώσιμα προϊόντα!

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Ο Οικονομικός ρατσισμός και η εθνική ελευθερία

Η ιδιότυπη κατοχή στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, έχει ανοίξει μια καινούργια πολιτική συζήτηση. Ακόμη κι’ όσοι απέρριπταν με βδελυγμία τον όρο «κατοχή», κάλυπταν την απόρριψή τους αυτή υπό το μανδύα μιας κοινοβουλευτικής δραστηριότητας που, λίγο ή πολύ, έχει πια αρχίσει να ξεφτίζει. Βασικό προεκλογικό επιχείρημα του λεγόμενου «μνημονιακού μπλοκ» ήταν η επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. Η πολυδιαφημιζόμενη αυτή επαναδιαπραγμάτευση όχι μόνο δεν έλαβε χώρα, αλλά, αντίθετα, οι δανειστές σκλήραναν κι άλλο τη στάση τους, ακόμα κι όταν το κόμμα της ΔΗΜΑΡ δήλωσε απροθυμία να ψηφίσει τα μέτρα που αφορούσαν στα εργασιακά ζητήματα. Κατά συνέπεια, ένας από τους πλέον σοβαρούς λόγους, για τους οποίους ο ελληνικός λαός ψήφισε τα μνημονιακά κόμματα, δεν υφίσταται ως πολιτική δράση από την παρούσα τριμερή κυβέρνηση. Η απροκάλυπτη προεκλογική επέμβαση στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό από τους δανειστές, έπεισε αρκετούς πολίτες πως θα υπήρχαν περιθώρια ελιγμών, εφόσον η κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν θα μπορούσε να συνομιλεί «επί ίσοις όροις» με τις ξένες ηγεσίες, ώστε να επιτύχει όχι μόνο επαναδιαπραγμάτευση της οικονομικής πολιτικής, αλλά και πιθανή στήριξη και σε άλλα θέματα, όχι απαραιτήτως οικονομικά (όπως, για παράδειγμα, η διπλωματική στήριξη της Ευρωζώνης στο ζήτημα της λαθρομετανάστευσης ή σ’ αυτό της ανακήρυξης της ΑΟΖ). Τίποτε από τα παραπάνω δεν επιτεύχθηκε, καθόσον στον ολιγόμηνο βίο της κυβερνητικής μνημονιακής συνεργασίας, η εξαθλίωση των Ενόπλων Δυνάμεων, η αποσιώπηση των εθνικών θεμάτων που ανακύπτουν όλο και πιο έντονα, αλλά και η απόλυτη απαξίωση της περιουσίας του κράτους που πουλήθηκε ή θα πουληθεί επί πινακίου φακής (χαρακτηριστικό παράδειγμα η πώληση της Αγροτικής Τράπεζας, ενός από τα πλέον ιστορικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που στήριξαν την αγροτική οικονομία και με τεράστια περιουσία), απέδειξε πόσο ανόητες ελπίδες έθρεψαν, όσοι πίστεψαν πως μια κυβέρνηση «αρεστή στους ξένους» θα οδηγούσε στην ανάταση όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και της γενικότερης διπλωματικής σχέσης της χώρας μας με τους… «εταίρους» της. Η ψήφιση των πλέον επαχθών και επώδυνων μέτρων που, κατά την ελληνική μνημονιακή κυβέρνηση, θα επέφερε μια τεράστια ανάσα στην οικονομία, με την εκταμίευση της δόσης – μαμούθ των 30 σχεδόν δις ευρώ, οδήγησε σε μια ακόμη τραγική διάψευση. Τα μέτρα ψηφίστηκαν, η εκταμίευση της δόσης, όμως παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες. Η απόλυτη υποταγή της ελληνικής ηγεσίας, λοιπόν δεν απέδωσε στο ελάχιστο: δεν υπήρξε επαναδιαπραγμάτευση, δεν στηρίχτηκε η Ελλάδα διπλωματικά σε κανένα εθνικό πεδίο δραστηριότητας, δεν έφερε έστω μια προσωρινή οικονομική ανακούφιση. Αυτά, δηλαδή που ανέμεναν οι Έλληνες πολίτες αποδείχθηκαν φρούδες ελπίδες. Η χώρα παραμένει πλήρως υποταγμένη σε κελεύσματα μιας ξένης υπερεθνικής ηγεσίας, δίχως τη δυνατότητα, έστω συνδιαμόρφωσης, μιας πολιτικής δράσης από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους της. Αν αυτό δεν είναι κατοχή, τότε τι ακριβώς είναι; Αν αυτό δεν είναι κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού, τότε τι ακριβώς είναι; Η συνήθης ρητορική των μνημονιακών είναι πως η χώρα έχει δανειστεί χρήματα, άρα οφείλει να πράξει κάθε κέλευσμα των δανειστών. Με άλλα λόγια, η χώρα, ακόμα και ως δανειζόμενη, δεν μπορεί να ελέγξει καν την εξασφάλιση στοιχειωδών συνθηκών διαβίωσης του ελληνικού λαού. Οι δε «εταίροι» δεν είναι τίποτε άλλο, παρά απλοί δανειστές που θέλουν να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Δεν είναι σύμμαχοι, δεν είναι πολιτικοί εταίροι. Είναι τραπεζίτες! Η Ε.Ε. δεν είναι ένας δημοκρατικός οργανισμός, αποτελούμενος από μέλη που διατηρούν μια ισότιμη σχέση. Είναι ένα διευθυντήριο που ασκεί εξουσία με τρόπο που μόνο εκείνη καθορίζει τους όρους αυτής της άσκησης και την επιβάλλει στα υπόλοιπα κράτη – μέλη! Η Ε.Ε. δεν είναι η Ευρώπη των λαών! Δεν είναι η Ευρώπη που οραματιζόμαστε! Δεν είναι η Ευρώπη της κοινωνικής προόδου και της πολιτικής ανάπτυξης. Ο οικονομικός ρατσισμός του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρή πολιτική θεώρηση! Η Ευρώπη δεν ανήκει στις αγορές, ούτε στα χρηματιστήρια, στα οποία επικρατεί η εξισωτική λογική των ανθρώπων – αναλώσιμων προϊόντων! Ανήκει στα έθνη που την αποτελούν! Ανήκει στους λαούς που συμπορεύονται με κυρίαρχο αίτημα το σεβασμό της εθνικής τους ταυτότητας! Η οικονομική κατοχή των ελεύθερων εθνών είναι πλέον γεγονός! Η Ελλάδα δεν είναι παρά μόνο η αρχή μιας προσπάθειας υποδούλωσης των εθνοτήτων που αποτελούν την Ευρώπη! Η Ελλάδα δεν είναι παρά μόνο η αρχή μιας προσπάθειας καταπάτησης κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας, κάθε έννοιας εθνικής ελευθερίας! Η κατοχή αυτή πρέπει να λήξει τώρα! Δ. Γκίκας Υπ. Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Πολιτική διακήρυξη του πατριωτικού – εθνοκεντρικού χώρου

Οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας συνιστούν – μαζί μ’ όλα τα απεχθή τους στοιχεία που προσκόμισαν – μια ευκαιρία ενδοσκόπησης και πολιτικής ανάλυσης, όχι μόνο στο πρακτικό πολιτικο-οικονομικό πεδίο, αλλά και στο πεδίο της θεωρητικής πολιτικής ανάλυσης. Η ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ και την ΕΕ, μ’ όλες τις πολιτιστικές και, τελικά, οικονομικές εκφάνσεις που αυτή διαμόρφωσε, δημιούργησε ένα πρωτοφανές πολιτικό σκηνικό, τα αποτελέσματα του οποίου βιώνουμε σήμερα. Η ΕΕ, μια κατά βάση οικονομική ομοσπονδία, χρόνο με το χρόνο δημιούργησε συνθήκες υποβάθμισης της εθνικής ταυτότητας κάθε λαού που την αποτελεί. Με κριτήρια κυρίως οικονομικά, περιόρισε την κυριαρχία της εθνικότητας, άλλοτε προτρέποντας κι άλλοτε επιβάλλοντας πολυπολιτισμικού τύπου κοινωνίες. Η άμεση συνέπεια ήταν να διαμορφωθούν συνθήκες κυριαρχίας των ισχυρών κρατών έναντι των ανίσχυρων, που όμως βασίστηκαν όχι σε μια πολιτισμική ανωτερότητα, αλλά σε μια οικονομική υπεροχή. Για να μπορέσει, όμως αυτή η υπεροχή να διασφαλιστεί, τα ισχυρά κράτη – μέλη της ΕΕ υποχρέωσαν τα υπόλοιπα κράτη να παραχωρήσουν μέρος της ανεξαρτησίας τους, με κύριο όχημα και αντάλλαγμα μια οικονομική – βραχύβια και σκόπιμη, όπως αποδείχτηκε – «βοήθεια». Οι δυσαναλογίες, η διαφορετικές οικονομικές υποδομές, οι διαφορετικές κουλτούρες και πολιτικές αντιλήψεις του κάθε κράτους, όχι μόνο δεν αμβλύνθηκαν, αντίθετα διαμόρφωσαν μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των κρατών που διέθεταν ισχυρότερη οικονομία και αυτών που – εκ των πραγμάτων – δε θα μπορούσαν να ακολουθήσουν κοινές οικονομικές πολιτικές, για τον απλό λόγο ότι δε διέθεταν ούτε αντίστοιχες υποδομές (βαριά βιομηχανία, πρώτες ύλες κλπ), ούτε, πολλές, φορές, αντίστοιχη πολιτική βούληση ή νοοτροπία. Το χάσμα αυτό, μεγαλώνοντας, δημιούργησε μια Ένωση δύο (ή και τριών) ταχυτήτων. Οι ισχυρές χώρες όχι μόνο επέβαλαν στοιχεία της δικής τους οικονομικής κουλτούρας, αλλά υποχρέωσαν τις υπόλοιπες χώρες να αποποιηθούν πολλές από τις παραδοσιακές τους οικονομικές δομές για χάρη μιας «κοινής» Ευρωπαϊκής Αγοράς, που όμως ήταν ανέφικτη και, τελικά, οδήγησε σε οικονομική εξαθλίωση τα υπόλοιπα κράτη. Η οικονομική εξαθλίωση είχε ως κατάληξη μια νέα μορφή οικονομικής επικυριαρχίας των ισχυρών κρατών έναντι των πιο ασθενών. Οι «εταίροι» απεδείχθησαν κοινοί τοκογλύφοι (η μοναδική τους ανησυχία είναι να εξασφαλίσουν τα χρήματα που «δάνεισαν» κι όχι να βοηθήσουν, για παράδειγμα στην αντιμετώπιση της λαθρομετανάστευσης ή στην παροχή διπλωματικής στήριξης σε εθνικά και κρατικά ζητήματα, για να αναφέρουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα που αφορούν στη χώρα μας), δημιούργησαν τις βάσεις για μια υπερεθνική ένωση οικονομικού τύπου, στην οποία θα κατείχαν τη διαχείριση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Εχθρός τους, σ’ αυτήν την πολιτική σχεδίαση, η εθνική ταυτότητα των λαών. Στην Ελλάδα, η υποβάθμιση της εθνικής ταυτότητας έλαβε χώρα μέσω συγκεκριμένων ενεργειών. Απαξιώθηκαν τα εθνικά θέματα (το Μακεδονικό ζήτημα, επί παραδείγματι, θεωρήθηκε μια απλή… υπόθεση διμερούς συμφωνίας, η υφαλοκρηπίδα το ίδιο κ.ο.κ), υποβαθμίστηκε το εγχώριο εκπαιδευτικό σύστημα (οι πολιτικοί μας ταγοί σπούδασαν, κατά μεγάλη πλειοψηφία στο εξωτερικό, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό μια τάση ξενομανίας που, δυστυχώς, την ακολούθησαν και πολλές οικογένειες της λεγόμενης «μεσαίας τάξης»), περιθωριοποιήθηκαν βασικοί εθνικοί τομείς με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (η υποβάθμιση της γλώσσας, όπου έφτασε η εκμάθησή της να υπολείπεται έναντι της εκμάθησης των ξένων γλωσσών σε ώρες διδασκαλίας και η απαξίωση της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα), η ιστορία άλλοτε «ξαναγράφτηκε», άλλοτε υποβαθμίστηκε αξιακά, άλλοτε αμφισβητήθηκε (η προσπάθεια παραποίησης του εθνικού αγώνα της Ανεξαρτησίας, καθώς και η απόπειρα να διαγραφούν από τη συλλογική μνήμη του λαού εθνικές τραγωδίες, όπως αυτή της καταστροφής της Σμύρνης, αποτελούν βασικά στοιχεία της αντεθνικής προσπάθειας που λαμβάνει ακόμη χώρα), «εκβιάστηκε» η αναμόρφωση της κοινωνίας σε πολυπολιτισμική με την εισροή μεταναστών (και δη λαθρομεταναστών, που όχι μόνο δεν τόνωσαν την οικονομική ζωή της χώρας, όπως διατείνονταν οι υποστηρικτές του μέτρου, αλλά εκτόξευσαν την εγκληματικότητα στα ύψη, αλλοίωσαν την εθνική σύνθεση του πληθυσμού, «κατέλαβαν» το κέντρο της πρωτεύουσας της χώρας και αποτέλεσαν σημείο κοινωνικής τριβής), περιθωριοποιήθηκαν ως ξεπερασμένες πολλές παραδοσιακές δομές της οικονομικής ζωής (η αγροτική παραγωγή «ξεχάστηκε», η κτηνοτροφία υποβαθμίστηκε, η εμπορική ναυτιλία εντέχνως εκδιώχθηκε, ο τουρισμός τραυματίστηκε θανάσιμα κ.ο.κ), αντίστοιχα καλλιεργήθηκε και εξυψώθηκε ως βασική αρχή της οικονομικής δραστηριότητας το χρηματιστηριακό «παιχνίδι» και ο ατέρμων δανεισμός (η κυβέρνηση Σημίτη υπήρξε βασικός υπαίτιος της καλλιέργειας μιας ψευδούς και επίπλαστης οικονομικής ευμάρειας), διογκώθηκε το κράτος – εργοδότης και αντίστοιχα συρρικνώθηκε η ιδιωτική υγιής πρωτοβουλία (το μεγάλο επίτευγμα της δήθεν σοσιαλιστικής λαίλαπας). Η απώλεια της εθνικής συνοχής με την αντίστοιχη απαξίωση της ιδιαίτερης αξίας της εθνικής μας ταυτότητας, οδήγησε σιγά – σιγά στην ίδια την παραχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας. Ο εθνικός λόγος στην πολιτική ζωή έπαψε να υφίσταται, θεωρούμενος ως «βλάσφημος» για τη νέα «θρησκεία» της παγκοσμιοποίησης ή «ξεπερασμένος» για τη δήθεν σύγχρονη πολιτική δραστηριότητα. Ακόμα και ο όρος «πατριωτικός» αποτελεί απαγορευμένη λέξη και όποιος δηλώνει πατριώτης ή υπέρμαχος της εθνικής ιδέας, θεωρείται το λιγότερο αναχρονιστικός. Η ιδέα του έθνους δαιμονοποιήθηκε (μεγάλο ρόλο έπαιξε σ’ αυτό και η επικράτηση της αριστερής – μαρξιστικής διανόησης στον ακαδημαϊκό και δημοσιογραφικό χώρο) και, τελικά, εξοβελίστηκε σχεδόν από το λεξιλόγιο ακόμα και πολιτικών που εντάσσονταν σε πολιτικούς σχηματισμούς με εθνικό περιεχόμενο. Ο τρόπος που χειρίστηκαν τις εξελίξεις οι πολιτικοί μας ταγοί, καθώς και η άνευ ουσιωδών όρων παράδοση της εθνικής κυριαρχίας μας, ανέδειξε το πόσο άγονη είναι μια πολιτική που δεν χαρακτηρίζεται από πατριωτικά στοιχεία. Το πρώτο καθήκον ενός πολιτικού είναι η υπεράσπιση των συμφερόντων της χώρας του. Αυτό είναι ταυτόχρονα και το πρώτο στοιχείο πατριωτισμού. Η προσήλωση στην ευημερία της πατρίδας του, η προσπάθεια εξασφάλισης μιας συλλογικής ευημερίας, η ανάδειξη των ιδιαίτερων ιστορικών και εθνικών στοιχείων του λαού του, η εξασφάλιση της ανεξαρτησίας του λαού του, η προστασία της ιστορικής και πολιτιστικής του κληρονομιάς, αποτελούν τα σημαντικότερα καθήκοντα ενός πολιτικού ηγέτη. Τίποτε απ’ αυτά δεν εξασφαλίζεται, αν ο ηγέτης δε διαθέτει εθνική και πατριωτική συνείδηση. Η ανάδειξη και η προτίμηση των σημαντικότερων εθνικών στοιχείων ενός λαού, δεν οδηγεί αναγκαστικά στην προκατάληψη ή το μίσος απέναντι σε εκείνους που δεν είναι μέλη του έθνους. Ο εθνοκεντρικός πατριωτισμός δεν ταυτίζεται με το ρατσισμό, δεν αρνείται ούτε την ύπαρξη, ούτε την αξία των υπολοίπων εθνών ή λαών. Αντιλαμβάνεται όμως την ιδιαίτερη αξία και ιστορική διαδρομή του λαού του, αναδεικνύει τα ιδιαίτερα καταστατικά στοιχεία του έθνους και, σ’ αυτό το πνεύμα, δε δέχεται την απαξίωσή τους από τους άλλους λαούς, δεν ανέχεται την καταπάτηση και την υποβάθμιση της εθνικής του φυσιογνωμίας, δεν αφήνεται να υποδουλωθεί στην ιδέα μιας δήθεν διεθνιστικής ουτοπιστικής λογικής που εξομοιώνει τους λαούς, εξαφανίζει τη μοναδικότητα και την ιδιαίτερη αξία που διαθέτει ο κάθε ένας από αυτούς και, τελικά, καταστρατηγεί την εθνική του ελευθερία. Κάθε, λοιπόν μορφή παγκοσμιοποίησης και διεθνισμού, επιζητεί να απαλείψει τις ιδιαιτερότητες και την ιστορική μοναδικότητα που είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα όχι μόνο του εθνικού, αλλά γενικότερα του ανθρώπινου βίου. Ο πατριωτικός – εθνοκεντρικός χώρος δεν αποτελεί μια κάποια ιδεολογία. Είναι η απαραίτητη πολιτική φυσιογνωμία κάθε επιμέρους ιδεολογικής αναφοράς. Δίχως πατριωτικά γνωρίσματα, κανένα κράτος δεν μπορεί να διαχειριστεί τις τύχες του λαού του, να εξασφαλίσει την ευημερία των πολιτών του (όχι μόνο οικονομική, αλλά και κοινωνική – πολιτισμική), να οδηγήσει σε κοινωνική γαλήνη και ευημερία. Δημήτριος Γκίκας, Φιλόλογος, Μ.Α. Υπ. Δρ. Πολιτικής Φιλοσοφίας

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια μας

Ζούμε σε σκληρούς καιρούς. Μα δε θεωρούμε συνετό να αναπαράγουμε την απελπισία και την ηττοπάθεια που αυτοί γεννάνε. Αν ο άνθρωπος διαθέτει εκείνο το περιθώριο ελευθερίας, όχι να αντιπαλέψει τη μοίρα του, αλλά να επιλέξει τον τρόπο που θα την αντιμετωπίσει, τότε οι Έλληνες οφείλουμε να σταθούμε απέναντι στις τωρινές δύσκολες περιστάσεις με γενναιότητα και ελπίδα. Είμαστε πολίτες αυτής της χώρας, όμοιοι σε πολλά με πολλούς από τους συμπολίτες μας, διαφορετικοί σε άλλα. Δεν αναδεικνύουμε τη διαφορετικότητά μας επειδή επιζητούμε τον οίκτο. Την προβάλλουμε μονάχα για να δείξουμε ότι η αγωνιστικότητα και η προσπάθεια για την επίτευξη καθημερινών στόχων, τόσο αυτονόητων για τους πολλούς, μας δίδαξε – παρά το νεαρό της ηλικίας μας – ότι η επιμονή, η καρτερία και η δύναμη της θέλησης είναι εκείνα τα στοιχεία που κάνουν έναν άνθρωπο να μεγαλουργήσει. Έχουμε την πεποίθηση πως, όποτε οι Έλληνες χρησιμοποιήσαμε τα στοιχεία αυτά, γεννήσαμε έναν πολιτισμό, όλο φως. Όταν τα προδώσαμε, οδηγηθήκαμε στο σκοτάδι και την κώφωση. Κάτι ξέρουμε απ’ αυτά, διότι για μας το σκοτάδι είναι καθημερινότητα, κι όμως δεν του επιτρέψαμε να σβήσει το φως της καρδιάς μας. Διότι για μας η αδύναμη ακοή μας, μάς δυσκολεύει κάθε ώρα, κι όμως δεν κατέστρεψε τους ήχους της φωνής της ψυχής μας. Η πολιτική είναι για μας τρόπος ζωής. Δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ή μια απλή θεωρητική κατασκευή. Διότι κατανοούμε πολύ καλά τι σημαίνει να κατάγεσαι από τον πολιτισμό που τοποθέτησε την πολιτική στην κορυφή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο ιδεολογικός χώρος στον οποίο ανήκουμε ονομάζεται πατριωτικός και χαρακτηρίζεται από την πίστη πως η πατρίδα υπερέχει του πολίτη και πως η συλλογικότητα διαθέτει μεγαλύτερη σπουδαιότητα και βαρύτητα από την ατομικότητα. Διότι ο τόπος μας, η πατρίδα μας δεν είναι έξω από μας. Είναι μέσα μας. Είμαστε όλοι εμείς. Είναι το ένδοξο χτες, είναι το δύσκολο σήμερα, είναι η λαχτάρα για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό, πολλοί το ονομάζουν αναχρονιστικό. Κι όμως, είμαστε πεπεισμένοι πως οι τωρινές περιστάσεις, μα και η ιστορική αλήθεια, αναδεικνύουν την αξία του πατριωτισμού. Χωρίς, λοιπόν να είμαστε εθνικιστές, που πάει να πει, χωρίς να σκεφτόμαστε μυωπικά και δογματικά ή να φανατιζόμαστε, εκτιμούμε την αξία του έθνους μας και την ιστορική του διαδρομή. Έχουμε βαθιά συνείδηση ότι κάθε ιστορική διαδρομή του σύγχρονου πολιτισμού έχει κι ένα χνάρι μας. Κάθε φως του σύγχρονου κόσμου έχει και τη δική μας απόχρωση. Κάθε φωνή της σύγχρονης ζωής έχει και μια δική μας νότα. Κάθε πύργο που φτιάχνει σήμερα η ανθρωπότητα για να πλησιάσει το άπειρο, στέκεται πάνω στα δικά μας σκαλιά, στα δικά μας θεμέλια. Κάθε όραμα του σύγχρονου ανθρώπου γεννήθηκε με τη μαγιά των δικών μας ονείρων. Από την άλλη, δίχως να υποβαθμίζουμε την σημασία κάθε έθνους στον πλανήτη αυτό που ζούμε, δεν πιστεύουμε σ’ έναν άκριτο διεθνισμό που, πολλές φορές, οδηγεί στην υποδούλωση και την ξενομανία. Επιπλέον, δεν πιστεύουμε ούτε σ’ έναν υλισμό δίχως τέλος, στην αποθέωση του χρήματος. Δεν πιστεύουμε στην παγκοσμιοποίηση που, από τη μία, ισοπεδώνει τα πάντα, προσφέροντας μια δήθεν κοινή ανθρώπινη πορεία, από την άλλη όμως αρέσκεται να χωρίζει τα έθνη σε δυνατά και αδύνατα, σε μεγάλα και μικρά, επιτρέποντας μάλιστα στα πρώτα να ποδοπατούν τα δεύτερα. Διότι η Ελλάδα είναι ένα μικρό έθνος, στο οποίο όμως περπάτησαν γίγαντες. Η Ελλάδα σήμερα διέρχεται κρίση. Η κρίση αυτή, για μας, βασίζεται στην αδυναμία να κατανοήσουμε το χτες και μ’ οδηγό αυτό να βρούμε τη δύναμη να αντιπαλέψουμε το τώρα και να πορευτούμε στο αύριο. Κυρίως, όμως η σημερινή κρίση γεννήθηκε όταν χάθηκε η αξιοκρατία, όταν καταρρακώθηκε η αξιοπρέπεια. Κάτι γνωρίζουμε κι απ’ αυτό. Ανήκουμε κι εμείς στον απλό λαό. Δε διαθέτουμε εμείς περγαμηνές από ξένους εγκεφάλους, διότι όλα μας τα χρόνια τα ζήσαμε στην πατρίδα μας και μαζί της ζήσαμε και στα εύκολα και στα δύσκολα... Περάσαμε τη μισή ζωή μας στα πανεπιστήμια για ν’ αποκτήσουμε τη γνώση εκείνη που θα μας επέτρεπε να προσφέρουμε κι εμείς στην πατρίδα που μας ανάθρεψε, να διεκδικήσουμε μια καλύτερη ζωή για μας και την οικογένειά μας, μόνο και μόνο για να βλέπουμε από τη μία τη ζωή μας να χαραμίζεται και από την άλλη τη γνώση μας να απαξιώνεται ... Νιώσαμε στο πετσί μας την ανεργία, την ημιαπασχόληση, μα δε ρίξαμε τις ευθύνες σε κανένα, ενώ πολλοί απ’ αυτούς που κυβέρνησαν τούτη δω τη χώρα, ρίχνουν σε μας ακόμα και τις δικές τους ευθύνες... Ως μικρομεσαίοι, αισθανθήκαμε σαν εγκληματίες, ενώ οι πραγματικοί εγκληματίες το παίζουν μεγάλοι και σπουδαίοι... Εξαπατηθήκαμε ότι η οικονομία μας είναι ισχυρή, υποθηκεύσαμε το μέλλον το δικό μας και της οικογένειάς μας και κοντεύουμε να τα χάσουμε όλα, παρόλα αυτά όμως κανείς δεν τιμώρησε εκείνους που μας εξαπάτησαν... Δηλώνουμε ότι αγαπάμε την πατρίδα μας και μας χλευάζουν γι’ αυτό! Δηλώνουμε ότι πιστεύουμε στη δύναμη της θρησκείας μας και γελάνε εις βάρος μας... Κρίνουμε τον πολιτικό λόγο σε σχέση με τις πράξεις, και μας αποκαλούν σκεπτικιστές και αναποφάσιστους... Δεν ξεπουλήσαμε τα οράματά μας για να κυνηγήσουμε μια θέση στο Δημόσιο και μας αποκάλεσαν ηλίθιους... Διδάσκουμε στα παιδιά το σπουδαίο και μεγαλειώδες που κρύβει η λέξη «Ελλάδα», την ίδια ώρα που ορισμένοι πολιτικοί ταγοί την εξευτελίζουν. Η Ελλάδα σήμερα διέρχεται κρίση. Όχι όμως πρωτοφανή ή πρωτόγνωρη. Πολλές φορές στην ιστορία μας περπάτησε σε δρόμους δύσβατους, ανηφορικούς και πολύ πιο δύσκολους. Κι αυτή η Ιστορική μας διαδρομή είναι η μόνη ελπίδα που μας απέμεινε. Είμαστε ένας λαός που γνώρισε καταστάσεις δυσβάσταχτες: Πολέμους, διχασμούς, πείνα, εξευτελισμούς, χειραγώγηση από ξένα κέντρα εξουσίας. Κι όμως, επιβιώσαμε... Σε πείσμα των καιρών, σε πείσμα των εχθρών μας, σε πείσμα της ίδιας μας της τρέλας... Είμαστε ένας λαός που αγωνίστηκε εναντίον μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας λαών και φυλών και τη νίκησε, επιλέγοντας όχι τη γη και το ύδωρ, αλλά την αυτοθυσία και την αυταπάρνηση. Που διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό ως τα πέρατα της οικουμένης, μετατρέποντας μια στυγνή αυτοκρατορία σε πολιτισμικό φάρο. Που «άλωσε» πολιτισμικά μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες που υπήρξαν ποτέ, εξαναγκάζοντάς την να αναγνωρίσει την ανωτερότητα του υποτελή της. Που κατάφερε να δημιουργήσει μια χιλιόχρονη αυτοκρατορία, αξεπέραστη ως τα σήμερα, γεφυρώνοντας δύο διαφορετικές κουλτούρες, που ως τότε τις χώριζε χάσμα. Είμαστε ένας λαός που παρότι παρέμεινε σε ξένο ζυγό σχεδόν μισή χιλιετία, επιβίωσε πολιτισμικά και διεκδίκησε την ελευθερία του, αναγκάζοντας εχθρούς και... «φίλους» να αλλάξουν και οι ίδιοι τον τρόπο που αντικρίζουν το μέλλον των λαών. Είμαστε ένας λαός που ξεπέρασε εμφυλίους, διχασμούς και εσωτερικές περιπέτειες. Που σήκωσε ανάστημα εκεί που δε σήκωναν όλοι οι υπόλοιποι, περισσότερο ισχυροί από μας. Που πολέμησε από τους πρώτους για το ιδανικό της ελευθερίας, κι ας είχε στις πλάτες του ένα ανελεύθερο καθεστώς. Είμαστε ένας λαός που μέσα στη στενότητα των συνόρων μας επιδείξαμε υπομονή και καρτερία, δεχόμενοι ένα από τα πιο μεγάλα προσφυγικά ρεύματα παγκοσμίως. Είμαστε ένας λαός που τούτη η στενότητα δε μας περιόρισε ποτέ, αντίθετα μας παρακινούσε, από καταβολής κόσμου, να ξανοιχτούμε και σ’ άλλα πελάγη, να φτάσουμε στις εσχατιές του κόσμου, να διδαχθούμε και να διδάξουμε κι άλλους. Είμαστε ένας λαός που, εν τέλει, δημιούργησε τον κόσμο που οι περισσότεροι αποκαλούν σήμερα «πολιτισμένο». Η Ελλάδα δεν είναι μόνο όσα γράφουμε εδώ. Είναι στο χαμόγελο και στις υποσχέσεις μιας ανοιξιάτικης μέρας. Είναι στη βυζαντινή ψαλμωδία ενός κυριακάτικου πρωινού. Είναι στη φιλοξενία, την ευγένεια και τη χαρά ενός γιορταστικού γεύματος, όταν όλοι συγκεντρωνόμαστε γύρω από το οικογενειακό τραπέζι. Είναι στο περήφανο βλέμμα του παππού που παίρνει το εγγόνι του για μια βόλτα στο πάρκο. Είναι στα χαμογελαστά χείλη της γιαγιάς που αντικρίζει, στα μάτια των εγγονών της, τα δικά της παιδιά σαν ήταν κι αυτά μικρά. Είναι στην έκφραση του μπαμπά που επιστρέφει σπίτι του κατάκοπος μα ευχαριστημένος που έβγαλε και σήμερα ένα τίμιο μεροκάματο. Είναι στην τρυφερή αγκαλιά της μαμάς που κρύβει ολάκερα τα πλούτη της καρδιάς της. Είναι στην ώρα που, περνώντας από τις κεντρικές πλατείες αυτού του τόπου, κάπου θα δούμε να κυματίζει η σημαία μας, περήφανη σαν τα μάτια των ευζώνων που τη φυλάνε, ηρωική σαν την ψυχή όλων αυτών που μάτωσαν για χάρη της, γαλάζια σαν τον ουρανό που μας σκεπάζει, ελεύθερη, σαν εκείνους που την πρωτοξεδίπλωσαν στο φωτεινό ουρανό, φωνάζοντας «Ελευθερία ή θάνατος»! Η Ελλάδα είναι το φως που ζεσταίνει ακόμα και σήμερα τις καρδιές των όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά κι όλων εκείνων που διαθέτουν την ίδια Παιδεία με μας. Η Ελλάδα είναι η περηφάνεια που αισθανόμαστε όλοι για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την πικρή μοίρα μας. Είναι το παράδειγμα αυταπάρνησης, ηρωισμού και αυτοθυσίας που προσέφερε ο ελληνικός πολιτισμός στο διάβα των αιώνων. Ένα παράδειγμα που μας διδάσκει ότι ο αγώνας ποτέ δεν τελειώνει για μας. Όσο σηκωνόμαστε και πάλι όρθιοι, ο αγώνας ποτέ δεν τελειώνει για μας. Όσο στα χείλη μας ποτέ δεν ακούγεται η λέξη «παραδίνομαι», ο αγώνας ποτέ δεν τελειώνει για μας. Όσο την καρδιά μας καίει η ελπίδα της αναγέννησης της πατρίδας μας, ο αγώνας ποτέ δεν τελειώνει για μας. Όσο την ψυχή μας φλογίζει η λευτεριά, ο αγώνας ποτέ δεν τελειώνει για μας. Σε μια δύσκολη εποχή για την πατρίδα μας, είμαστε μ’ αυτούς που στα δύσκολα παλεύουν κι αγωνίζονται, με πείσμα στην ψυχή και μια καρδιά γεμάτη ελπίδα. Είμαστε με τον κάθε εργαζόμενο, που παλεύει να επιβιώσει όπως μπορεί, χωρίς να σκεφτεί να χρησιμοποιήσει ούτε μια φορά άνομα μέσα. Είμαστε με τον κάθε πολίτη που αγωνιά για την τύχη τη δική του και των συμπολιτών του, χωρίς όμως να σκεφτεί ούτε μια στιγμή να παραδώσει «γη και ύδωρ» για τριάντα αργύρια. Είμαστε με τον κάθε δάσκαλο που, παρά την κατάντια της χώρας μας, κοιτά τους μαθητές στα μάτια και τους διδάσκει για αλλοτινούς ήρωες. Είμαστε με τον κάθε δικαστή που, παρά τη δύσκολη στιγμή που περνά το ίδιο το δικαστικό σύστημα, εκείνος δεν ξεπουλά την έννοια της δικαιοσύνης. Είμαστε με τον κάθε γιατρό που, παρά την απάνθρωπη απαξίωση της υγείας, εκείνος δε χάνει ποτέ την ανθρωπιά του. Είμαστε με τον κάθε ιερέα που, ακόμα κι όταν όλα δείχνουν να βαίνουν προς ένα κολασμένο κι εξαχρειωμένο τρόπο ζωής που δοξάζει την ύλη, εκείνος εξακολουθεί ακόμη να μιλά για τον παράδεισο που προσφέρει η ψυχική καλλιέργεια, η καλοσύνη και η ηθική. Είμαστε με τον κάθε δημοσιογράφο που, παρότι βλέπει κάποιους να επιπλέουν σα φελλοί, επειδή υπηρετούν ξένα συμφέροντα και την προπαγάνδα τους, εκείνος εξακολουθεί ακόμη να υπηρετεί μονάχα την πατρίδα του και την αλήθεια. Είμαστε με τον κάθε στρατιωτικό που, παρότι η πατρίδα του τον πληγώνει, εκείνος στέκεται φρουρός, έτοιμος να πεθάνει για το χατήρι της. Είμαστε με τον κάθε πολιτικό ηγέτη που, παρότι προβλέπει πως οι Μήδοι θα διαβούν, εκείνοι στέκονται εκεί, φυλώντας Θερμοπύλες. Σε μια Ελλάδα που στενάζει, είμαστε μ’ αυτούς που σταυρώνονται καθημερινά, προσδοκώντας όμως την ανάσταση... Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που πολεμά είναι η Ελλάδα που αγαπάμε και θέλουμε. Θέλουμε να ζήσουμε σε μια χώρα που θα κρινόμαστε με βάση την αξία και το χαρακτήρα μας, όχι το μέγεθος του πορτοφολιού μας. Θέλουμε να ζήσουμε σε μια κοινωνία που θα κρίνεται με βάση το πώς μεταχειρίζεται τους πιο αδύναμους ανάμεσά της, αλλά και κάθε πολίτης θα κρίνεται με βάση του πόσο προσφέρει στην κοινωνία, την οποία ζει, άσχετα με τις όποιες αδυναμίες του.Θέλουμε να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, που αρμόζει στην ιστορία του λαού μας και στις προσωπικές μας πράξεις κι όχι με σκυμμένο το κεφάλι, επειδή μας αδίκησαν οι φαύλοι και ολίγιστοι. Θέλουμε να ζήσουμε σε μια χώρα που θα κυβερνάται από σώφρονες πολίτες, όχι που κουμαντάρεται από λύκους. Θέλουμε να είμαστε υπερήφανοι για το παρελθόν της πατρίδας μας και αισιόδοξοι για το μέλλον της. Δημήτριος Γκίκας, Εκπαιδευτικός, Υπ. Διδάκτωρ Νικόλαος Ναούμης, Πολιτικός Επιστήμων