Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Έχομεν πολύ ακριβά αγορασμένη την ελευθερία μας

Η φράση του Φιλίπ Σαλμέν πως «ένα από τα ενδεχόμενα θα ήταν η Ελλάδα να τεθεί σε καθεστώς οικονομικού προτεκτοράτου υπό τη Διοίκηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής» προφανώς διαμορφώνει ένα καθεστώς επαναπροσδιορισμού των όσων διαδραματίζονται πλέον στον Ευρωπαϊκό χώρο, με αφορμή την οικονομική κρίση.
Πρώτον, η γενικότερη θέση της Ελλάδος μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως διεθνής οργανισμός, αποτελείται – υποτίθεται – από ελεύθερα κράτη που συνεργάζονται, συμπλέουν και συνεταιρίζονται σε πλείστα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά θέματα. Η πρόταση, η συζήτηση να τεθεί η Ελλάδα – ενδεχομένως, έστω – σε καθεστώς προτεκτοράτου, σαφώς ανατρέπει τον ίδιο τον καταστατικό χάρτη της Ε.Ε. Μιλάμε για μία Ευρώπη που δεν αντιλαμβάνεται τις αξίες που η ίδια υποτίθεται ότι ασπάστηκε – αφού πρώτα δημιούργησε, δια του Ελληνικού Πολιτισμού – αλλά και προώθησε σε όλα τα κράτη που ανήκουν στο λεγόμενο «Δυτικό Πολιτισμό». Η τάση είναι να διαμορφωθούν διακρατικά εξαμβλώματα που, ιστορικά, μοιάζουν με εκείνη την απεχθή λεγομένη «Ιερά Συμμαχία»: Κράτη με μοναρχίζουσα και αυταρχική συμπεριφορά, που χρήζουν εαυτά «Προστάτιδες Δυνάμεις» και απαιτούν την απόλυτη υποταγή των λαών και των εθνών που ανήκουν στην «κατώτερη» βαθμίδα της Ευρώπης. Η Ελλάδα, λοιπόν ας γίνει προτεκτοράτο. Είναι μια κατώτερη χώρα, με οικονομία ισχνή, καταστροφική για τα συμφέροντα των «ανώτερων» τάξεων και λαών, πάντοτε υποτελής (τόσο στα εθνικά, όσο και στα οικονομικά θέματα), πάντοτε κύπτουσα την κεφαλή και οσφυοκάπτουσα. Αν αυτή  την άποψη για την Ελλάδα έχουν οι... αγαστοί ταγοί μας και οι... «Προστάτες» εταίροι μας, τότε σφάλλουν!  
Δεύτερον, η πεποίθηση πως η Ευρώπη δεν είναι απλώς ένα κλαμπ πλουσίων και η ισχυρή θέληση των Ευρωπαϊκών κρατών να οδηγηθούν προς μια πολιτική ενοποίηση. Η πρώτη εκφράστηκε με μεγαλειώδη τρόπο στην ομιλία του Κ. Καραμανλή στο Ζάππειο, το 1979, όταν η Ελλάδα ενετάχθη επίσημα στην Ε.Ο.Κ και ο τότε πρωθυπουργός καταχειροκροτήθηκε από τους λοιπούς ηγέτες των Ευρωπαϊκών Κρατών, όταν τόνισε ακριβώς αυτό: πως η είσοδος της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ δήλωνε πως το οικονομικό στοχείο ΔΕΝ ΗΤΑΝ εκείνο που εξήρε η Ευρώπη στην προσπάθειά της να σχηματίσει τη διακρατική Ένωση που θα της επέτρεπε να διατηρήσει πρωτεύουσα θέση στον παγκόσμιο πολιτισμό. Η δεύτερη είχε εκφραστεί τόσο με τον προαναφερόμενο λόγο του Κ. Καραμανλή, όσο και από τους άλλους ηγέτες, όπως τον περίφημο Γερμανό Καγκελάριο Χ. Κολ, ο οποίος είχε επανειλλημένως τονίσει την ανάγκη η Ευρώπη να επιταχύνει τις ενέργειες εκείνες που θα την οδηγούσαν σε μια πολιτική ενοποίηση, απόλυτα απαραίτητη για την αγαστή συνύπαρξη των χωρών που την αποτελούσαν. Τόσο η πρώτη πεποίθηση, όσο και η δεύτερη ισχυρή θέληση πλέον φαίνεται πως δεν υφίστανται. Οι σπουδαίοι εκείνοι ηγέτες εξέλιπαν και η Ευρώπη είναι πια μεστή από ηγέτες – μαριονέτες, καθοδηγούμενους από τις ΗΠΑ ή πραγματικά «μικρούς» ανθρώπους που επιδιώκουν μονάχα τα βραχυπρόθεσμα κέρδη ή «ξεπουλημένα» καθάρματα, υπόδουλα σε οικονομικά συμφέροντα.
Όταν πολλοί φωνάζαμε πως με το Μνημόνιο ουσιαστικά ξεπουλάμε τη χώρα και την εθνική της κυριαρχία, αφού βάζουμε ως ενέχυρο εθνική περιουσία, πολλοί επίσης ήταν αυτοί που μας έλεγαν «γελοίους», «εθνικιστές», «άλογους», «υπερβολικούς». Όταν πολλοί φωνάζαμε πως η χειρότερη μορφή κατοχής είναι εκείνη που δεν εκδηλώνει φανερά τους όρους της, μας αποκαλούσαν «συντηρητικούς» και «οπισθοδρομικούς». Απορώ τι λένε όλοι αυτοί τώρα, όταν ένας οικονομικός αναλυτής και σύμβουλος του Γάλλου πρωθυπουργού μιλά ξεκάθαρα για «προτεκτοράτο». Αναρωτιέμαι επίσης ποιος Έλληνας πολιτικός θα είναι αυτός – αν θα υπάρξει κανείς – που, σαν άλλος Υψηλάντης, όταν οι άλλοι... φίλοι μας Άγγλοι και Αγγλόφιλοι της εποχής της Ελληνικής Επανάστασης, ξεγέλασαν ακόμη κι έναν Κολοκοτρώνη και ετοίμαζαν την Ελλάδα, για να γίνει Αγγλικό προτεκτοράτο, θα βροντοφωνάξει: «Έχομεν πολύ ακριβά αγορασμένη την ελευθερία μας, για να την πουλήσομεν τόσο φτηνά εις τον τυχόντα».

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Η ιδέα της πολιτικής εξέγερσης ή πώς να αλλάξουμε τον κόσμο

Η πολιτική ανυπακοή και οι εξεγέρσεις που συμβαίνουν αυτές τις μέρες στο Λονδίνο προδικάζουν μια συγκεκριμένη αντιμετώπιση του προβλήματος της οικονομικής δυσπραγίας από τους πολίτες, όχι βέβαια στο σύνολό τους. Όσο το οικονομικό πρόβλημα θα διογκώνεται, όσο ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα καλείται να πληρώνει «τα σπασμένα» και τα χείριστα λάθη της άρχουσας τάξης (οικονομικής, πολιτικής), τόσο θα υπάρχουν κι εκείνοι που θα μετατρέπουν την αγανάκτηση σε βίαιες εκδηλώσεις.
Το Λονδίνο, όπως το Παρίσι και η Αθήνα, διαβεβαίωσαν πολλούς από τους φόβους που είχαν αρκετοί από τους πολιτικούς επιστήμονες και φιλοσόφους, ότι το κίνημα της πολιτικής ανυπακοής και των βίαιων αντιδράσεων θα συνεχίσει να διογκώνεται και να αναπαράγεται. Είναι μια κατάσταση καθόλου τοπική – όπως βιάστηκαν πολλοί «δημοσιογραφίσκοι» ξένων ειδησεογραφικών πρακτορείων, ακόμη και Αγγλικών να τη χαρακτηρίσουν, όταν τα φαινόμενα χτύπησαν στη Γαλλία και στην Αθήνα – και σίγουρα δεν έχει τις αιτίες που προσέδωσαν σ’ αυτά τα φαινόμενα αρκετοί πολιτικοί αναλυτές (κρατική απραξία, αστυνομοκρατία και διάφορα άλλα εντελώς περιστασιακά και σποραδικά). Η σημαντικότερη αιτία φαίνεται να είναι μια γενικότερη πολιτική παρακμή που συνοδεύει την οικονομική κρίση που εδώ και χρόνια μαστίζει την παγκόσμια κοινότητα. Μοιάζει, βέβαια οξύμωρο το γεγονός πως σε κράτη που το βιοτικό επίπεδο έχει πραγματικά φτάσει σε ιδιαίτερα ικανοποιητικά επίπεδα να λαμβάνουν χώρα τέτοια φαινόμενα οξύτατης και βίαιης αντίδρασης. Στην πραγματικότητα, όμως – εκ των υστέρων, βέβαια – μοιάζουν απόλυτα αναμενόμενα τούτα τα φαινόμενα για τους εξής λόγους:
Α. Μια μερίδα πολιτών «ανέβασε» το βιοτικό της επίπεδο μέσα σε περίπου 20 με 30 χρόνια. Αυτή η ίδια μερίδα βλέπει τώρα να κινδυνεύουν αυτά που κέρδισε και θεώρησε αυτονόητα. Η αντίδρασή της είναι παρόμοια με αυτή που επιδεικνύουν σε καιρό πολέμου όσοι αμύνονται να διαφυλάξουν την ίδια τους την πατρίδα, τη γη και τα σπίτια τους. Αντιδρούν μέχρις εσχάτων. Προσοχή: αυτό δεν είναι εξ ορισμού κακό. Εξάλλου, όλες οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να διαμορφώσουν πολίτες με πατριωτικό φρόνημα για να «ξεσηκωθούν» σε περίπτωση επιβουλής από ξένους λαούς. Σήμερα, όμως η «ξένη επιβουλή» είτε δεν υφίσταται, είτε υποκρύπτει την  ύπαρξή της, παρουσιάζοντάς τη με τρόπο ωραιοποιημένο και εξευγενισμένο, ενδεδευμένο με τη μορφή οικονομικής «βοήθειας και προστασίας». Έτσι, λίγοι πια την αντιλαμβάνονται, ενώ οι περισσότεροι τη βλέπουν όταν είναι πια αργά. Και μη ξεχνάμε πως μια άλλη μερίδα πολιτών έχει «ευεργετηθεί» περισσότερο του δέοντος από αυτή τη «βοήθεια και προστασία», επιθυμεί δε να διατηρήσει την υφιστάμενη κατάσταση.
Β. Μια – συνήθως μικρότερη – μερίδα πολιτών υπάρχει και διαβιοί μέσα σε μια εξαθλιωμένη κατάσταση, δίπλα – δίπλα σε κείνους που το βιοτικό τους επίπεδο είναι ιδιαίτερα υψηλό. Όσο βλέπουν την κατάστασή τους να μη βελτιώνεται, το χάσμα μεταξύ αυτών και των υπολοίπων να μη κλείνει ποτέ, τόσο θα αποτελούν αυτές οι κοινωνικές ομάδες εστίες βίαιων εκδηλώσεων.
Γ. Σε πολλά κράτη – η Ελλάδα μάλιστα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα – η οικονομική ανάδειξη των ατόμων καθόλου δε συνδέεται με αξιοκρατικές δυνατότητες αξιοποίησης προσόντων ή σκληρής δουλειάς. Αυτό που ο Περικλής, στον Επιτάφιό του, τόνισε ως βασικό στοιχείο μιας υγιούς δημοκρατικής κοινωνίας, τη δυνατότητα δηλαδή των πολιτών να ξεφεύγουν από τη φτώχεια τους με τη δουλειά και τις ικανότητές τους, δεν υφίσταται ή υφίσταται σε εξαιρετικά μικρό βαθμό. Άτομα, λοιπόν που διαπιστώνουν πως η σκληρή δουλειά τους δεν ανταμείβεται, τα προσόντα τους παραμένουν απλά «δυνάμει» ιδιότητες, χωρίς πρακτική αξιοποίηση, είτε τείνουν να προσχωρούν σε μορφές πολιτικής ανυπακοής – ήπιες ή και πιο δυναμικές – είτε αδιαφορούν για τα γενικότερα τεκταινόμενα, παραμένοντας στο περιθώριο των πολιτικών αποφάσεων και απέχοντας από την όλη πολιτική διαδικασία της δημοκρατικής πολιτείας που τους στεγάζει.
Δ. Η γενικότερη παρακμή του κοινοβουλευτισμού παγκοσμίως αποτελεί όχι μόνο φαινόμενο, αλλά διαδικασία που μοιάζει δίχως τέλος. Το δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας καθόλου δεν έχει αποσοβήσει το βασικότερο πρόβλημα και φόβο των δημοκρατικών κοινωνιών, να μεταπέσουν δηλαδή σε ιδιότυπα καθεστώτα ολιγαρχίας – και μάλιστα αποτελούμενης από μια οικονομική και πολιτική ελίτ, με χαρακτηριστικά γνωρίσματα το νεποτισμό και το δυναστειακό περιβάλλον – που ποσώς συμβαδίζουν με τη γενικότερη ιδέα της δημοκρατίας. Κι όπως έχει διδάξει η ιστορία, σε καθεστώτα όπου ο λαός αισθάνεται «ξεκομμένος» και άβουλος πολιτικά, η εξέγερση είναι η συνήθης κατάληξη.
Ε. Στην περίπτωση της Ευρώπης διαφάνηκε μια απουσία μεγάλων ηγετών, οι οποίοι και θα έκαναν πράξη το όραμα μιας πραγματικά Ενωμένης Ευρώπης. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι πολιτικοί αρέσκονται στο να είναι απλώς διαχειριστές μιας κατάστασης κι όχι οραματιστές. Μοιάζουν να ανήκουν σ’ ένα λόμπι πλουσίων που επιθυμούν να διατηρήσουν τα πλούτη τους και τα όποια κεκτημένα τους. Όμως, η Ευρωπαϊκή ιδέα ξεκίνησε ως κάτι εντελώς διαφορετικό. Επρόκειτο για μια πολιτική ιδέα πάνω απ’ όλα, όχι οικονομική. Το οικονομικό κομμάτι υποτίθεται θα ήταν απλώς η βάση. Αυτό ίσως ήταν και το λάθος εξαρχής. Διότι, όταν το χρήμα και η ύλη εξουσιάζει, οι ιδέες δεν συγκυβερνούν, ούτε συμπορεύονται μαζί τους.
Καταδικάζοντας τα βίαια φαινόμενα που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή σε χώρες με στέρεα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, θα πρέπει να είμαστε σε θέση, τόσο να αντιλαμβανόμαστε τις βαθύτερες αιτίες που τα δημιουργούν, όσο και να προτείνουμε τρόπους αντιμετώπισης όλων των παραπάνω αιτιών. Ως άνθρωπος που δεν πιστεύω στη βία δίχως τέλος, θεωρώ ότι χρέος των απανταχού πνευματικών ανθρώπων είναι η κατάδειξη των αδυναμιών του συστήματος (πολιτικού και οικονομικού) που επικρατεί σήμερα, η ανάδειξη νέων ταγών που θα διαμορφώσουν και θα εξάρουν αρχές, αξίες και κινήματα που δεν εξαρτώνται, ούτε θα αποσκοπούν αποκλειστικά σε μια δήθεν οικονομική ευρωστία (κι αυτό μόνο πνευματικές προσωπικότητες μπορούν να το πετύχουν), η στηλίτευση τόσο των προσώπων όσων και των αξιών που εκείνα πρεσβεύουν και που καθιστούν τις ευρύτερες κοινωνικές δομές προβληματικές και ανούσιες, ξένες προς μια ουσιαστική πολιτική συμμετοχή των πολιτών. «Ξεσηκωθείτε», ας είναι το σύνθημά μας. Ξεσηκωθείτε, όμως όχι για να βιαιοπραγήσετε, αλλά για να αλλάξετε την κατάσταση. Ας ξεσηκωθούμε, για να αλλάξουμε τον κόσμο με μέσο τις αξίες κι όχι τη βία. Με μέσο τον άνθρωπο κι όχι το χρήμα. Με μέσο το πνεύμα κι όχι την ύλη.   

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!

Αν παρακολουθούσαμε κάποια παλιά ταινία επιβίωσης, θα βλέπαμε πως οι ναυαγοί σε κάποιο νησί, για να επιζήσουν από την πείνα, θα κοιτούσαν να σκοτώσουν τον πιο εύσωμο και να τον φάνε. Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!
Αν ψάχναμε στα βιβλία της Ιστορίας, θα διαπιστώναμε ποιο κράτος διέπραξε τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο όνομα μιας νέας τάξης πραγμάτων, ποιο πατούσε με τη φασιστική του μπότα όλους τους λαούς, πίνοντας το αίμα τους για να εξασφαλίσει «ζωτικό χώρο». Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!
Αν μελετούσαμε, θα μαθαίναμε πού οι μετανάστες αντιμετωπίζονται αυτόχρημα ως εγκληματίες και εξοντώνονται, πού κυοφορούνται οι χειρότερες ρατσιστικές αντιλήψεις στην Ιστορία. Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!
Αν θέλαμε να ψάξουμε, θα βρίσκαμε ποιοι πολιτικοί πρόδωσαν τους μεγάλους ηγέτες  της ίδιας τους της χώρας, ποιοι πρόδωσαν εκείνους που πίστεψαν στο ευρωπαϊκό όραμα, που πίστεψαν στην ιδέα ότι η Ευρωπαϊκή κοινότητα δεν είναι, ούτε επιθυμεί να γίνει κλαμπ πλουσίων. Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!
Αν σοβαρευόμασταν λίγο όλοι, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε ποια χώρα κινδυνεύει να γίνει το «βαρίδι» της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη συμπεριφορά της και με τα γελοία της επιχειρήματα, ποια χώρα «αηδιάζει» με την ιδέα μιας πραγματικής ευρωπαϊκής ενότητας, αφού η ίδια ποτέ δεν έμαθε στ’ αλήθεια τι σημαίνει Ευρώπη. Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!
Η διατύπωση υβριστικών λόγων είναι εύκολη. Το δύσκολο είναι να διατυπώνεις επιχειρήματα. Κράτος που αρέσκεται στο πρώτο, είναι χαμερπές και βρώμικο, όπως τα ποντίκια που ξέρουν μονάχα να ζουν σε υπονόμους γεμάτους αποβράσματα. Σε κοιτάζουμε, Γερμανία!

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΑΠΑΝΤΕΣ ΕΠΙΔΟΞΟΥΣ ΣΥΜΒΟΥΛΑΤΟΡΕΣ (ΞΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΓΧΩΡΙΟΥΣ)

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΑΠΑΝΤΕΣ ΕΠΙΔΟΞΟΥΣ ΣΥΜΒΟΥΛΑΤΟΡΕΣ (ΞΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΓΧΩΡΙΟΥΣ)[i]
Αγαπητοί κύριοι,
Ευχαριστούμε για την κατανόηση της οργής μας και της αγανάκτησης. Μολαταύτα, θεωρούμε ότι είναι υποκριτική. Διότι, βλέπετε, η οργή και η αγανάκτηση αποτελούν συναισθηματικές αντιδράσεις. Εσείς, από τη μια δηλώνετε ότι τις κατανοείτε, από την άλλη συμβουλεύετε να αποφεύγουμε τέτοιου είδους αντιδράσεις. Συνεπώς, δεν κατανοείτε τίποτε. Μάλλον, δεν μας εκπλήσσει αυτό. Διότι είσαστε εσείς οι ίδιοι που, όταν η Ναζιστική Γερμανία έκανε το μπαμπούλα στην Ευρώπη, «χαρίζατε» την Τσεχοσλοβακία στον Χίτλερ, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα του κατευνασμού και ξεπουλάγατε τις ίδιες τις χώρες σας στη νέα Τάξη Πραγμάτων, ζυγιάζοντας τις καταστάσεις με τη... «λογική». Οι Έλληνες αντιδράσαμε συναισθηματικά... και ουσιαστικά κερδίσαμε την πρώτη μάχη για να απελευθερωθεί ο κόσμος από το φάντασμα του ολοκληρωτισμού.
Είναι, μας δηλώνετε ευθαρσώς, παιδιάστικο να απορρίπτει κανείς χωρίς δεύτερη σκέψη κάποιο σχέδιο, όπως το Μνημόνιο, για το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης. Εξίσου παιδιάστικο όμως είναι να αποδέχεται κανείς οτιδήποτε «πουλάει» κάποιος ως σχέδιο «σωτηρίας» γι’ αυτή την κρίση, χωρίς πρώτα να συνυπολογιστούν όλες οι συνέπειες. Υπάρχει όμως και χειρότερο: συνιστά παραβίαση ουσιαστικών ελευθεριών, κατάχρηση και παραποίηση του υποτιθέμενου δημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης μιας διακρατικής ένωσης – ας την πούμε έτσι – οικονομικού τύπου, η επιβολή μιας πρότασης τόσο απάνθρωπης και, κατά τη γνώμη πολλών οικονομολόγων, εντελώς αδιέξοδης. Κι είναι το λιγότερο υποκριτικό να ισχυρίζεστε ότι πρόκειται για «συμφωνηθέν σχέδιο». Πρόκειται για επιβληθέν κι όχι συμφωνηθέν σχέδιο. Το ότι μάλιστα το «συμφωνήσατε» με μια κυβέρνηση που εξελέγη δηλώνοντας προεκλογικά ότι «λεφτά υπάρχουν» καθιστά ακόμη χειρότερη την επιβολή.
Το ότι κάποιοι «φίλοι» στην Ευρώπη θα μας θεωρούσαν – ή ίσως, μας θεωρούν ήδη – «κακομαθημένα παλιόπαιδα», δεν εκπλήσσει κανένα. Διότι αυτοί οι... φίλοι ήταν οι ίδιοι που, όταν τους βόλευε δέχονταν τα.. καπρίτσια των κακομαθημένων παλιόπαιδων, προσδοκώντας στην ώρα της πληρωμής. Σαν κακοί υπάλληλοι μιας κάκιστης τράπεζας, ενώ γνώριζαν ότι τα δανεικά αυτά δύσκολα θα μπορούσαν να ξεπληρωθούν τελικά, όχι μόνο δάνειζαν, αλλά φρόντιζαν με τα «ψιλά» γράμματα να εξασφαλίσουν κάθε μορφή εξασφάλισης του δανειστή, μέσω της υποδούλωσης του δανειζόμενου. Δεν είμαστε κακομαθημένα παλιόπαιδα. Απλώς εύπιστοι, δυστυχώς σε ψέμματα εγχώριων και ξένων «φίλων». Αλλά κι αν είμαστε τέτοια παλιόπαιδα, για τον ίδιο λόγο εσείς είσαστε καθάρματα του χειρίστου είδους.
Δε γνωρίζουμε αν η περίφημη Τρόικα πράγματι αναγνωρίζει, όπως λέτε, ότι τελικά το «σβήσιμο» μέρους του χρέους είναι η μοναδική βιώσιμη λύση. Αν όμως συμβαίνει, διερωτάται κανείς – και μάλιστα με τη χρήση της λογικής: γιατί δε σβήνει από τώρα ένα μέρος του χρέους; Ξέρετε εσείς κανένα γιατρό που, επιθυμώντας την ανάρρωση του ασθενούς, δίνει στην αρχή απλώς ένα φάρμακο ανακούφισης των συμπτωμάτων δίχως να προχωρήσει – ενώ την ξέρει – στην ουσιαστική θεραπεία; Εμείς, δυστυχώς γνωρίζουμε. Είναι εκείνος ο γιατρός που θέλει πρώτα να «τσεπώσει» το φακελάκι με όσα περισσότερα μπορεί, «παίζοντας» με την υγεία του ασθενούς και μετά να δώσει το φάρμακο ή να κάνει την απαραίτητη εγχείρηση.
Ομολογείτε πως μάλλον δεν θα έπρεπε ποτέ να ενταχθούμε στην Ευρωζώνη. Προφανώς επειδή μια τόσο μικρή και σχετικά «φτωχή» χώρα, σε σύγκριση με τις δικές σας, θα δημιουργούσε αναπόφευκτα προβλήματα οικονομικής ευρωστίας. Λοιπόν, περίεργο που το αναφέρατε... Διότι όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην ΕΟΚ, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην ομιλία του στο Ζάππειο, την οποία παρακολούθησαν και οι δικοί σας ηγέτες και μάλιστα καταχειροκρότησαν, τόνισε πως με την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ αποδεικνυόταν πως η Ευρωζώνη δεν ήταν, ούτε φιλοδοξούσε να γίνει κλάμπ πλουσίων... Φαίνεται πως έκανε λάθος. Η Ευρωζώνη ήταν και παραμένει κλαμπ πλουσίων. Έβαλε την Ελλάδα στο κλαμπ, είτε από οίκτο, είτε επιθυμώντας να ξεζουμίσει ό, τι μπορούσε από κείνη.. το ότι, στη συνέχεια, έβαλε κι άλλες χώρες στο κλαμπ, πολύ πιο φτωχές, αποδεικνύει μάλλον ότι συμβαίνει το δεύτερο... Τουλάχιστον, χαιρόμαστε που το ομολογείτε. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να εκπλήσσεστε γιατί σήμερα σας φτύνουμε και σας αποκαλούμε απατεώνες...
Ισχυρίζεστε ότι φέρουμε μέρος της ευθύνης. Οπωσδήποτε, έχετε δίκιο. Φέρουμε, διότι ψηφίσαμε πολιτικούς που ενδιαφέρονταν μονάχα για την προσωπική τους ευδαιμονία, «καρεκλοκένταυρους» που γνώριζαν μονάχα το δρόμο για να καταλάβουν θέσεις, δίχως όμως να αντιλαμβάνονται και την αντίστοιχη ευθύνη, εξουσιομανείς κι αρχομανείς ηλιθίους κι απατεώνες. Φέρουμε, διότι πιστέψαμε με αφέλεια την ολιγαρχία να υπόσχεται τον ουρανό με τ’ άστρα, για να μας κρατά χορτασμένους και κοιμισμένους. Φέρουμε αυτή την ευθύνη που φέρουν όσοι γίνονται αντικείμενα κοροϊδίας των άλλων, που αφήνονται να εξαπατηθούν. Κι αυτή την ευθύνη προφανώς πρέπει να την πληρώσουμε. Έχουμε όμως την εύλογη απορία: Την ευθύνη που φέρουν αυτοί που μας εξαπάτησαν, τη γνωρίζουν; Θα πληρώσουν ποτέ αυτοί το αντίτιμο της δικής τους μερίδας; Πολύ αμφιβάλλουμε... Γι’ αυτό οργιζόμαστε και αγανακτούμε. Διότι όλοι αυτοί οι απατεώνες – μέρος των οποίων αποτελείτε κι εσείς που τώρα έχετε το ΘΡΑΣΟΣ να μας συμβουλεύετε κι από πάνω – μοιάζουν να κάνουν πράξη τη λαϊκή ρήση: φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί ο νοικοκύρης! Ναι, οι περισσότεροι από μας απεχθανόμαστε την τυφλή βία. Αλλά ένα «άει στο διάολο από δω πέρα» ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ!
Ας έρθουμε τώρα στα εγχώρια «μυαλά». Είναι απορίας άξιον πώς κάποιος που στο ίδιο ακριβώς κείμενο δηλώνει πως «διατέλεσε» ψηφοφόρος «περίπου όλων των κομμάτων» (απολύτως θεμιτό), μαντεύει τις σκέψεις των ψηφοφόρων ενός από αυτά (απολύτως αθέμιτο). Αυτό όμως που πραγματικά εκπλήσσει είναι το απίστευτο γεγονός ότι τα περισσότερα εγχώρια – όσο και ξένα – «φρούτα – ξερόλες» δεν αντιλαμβάνονται το εξής αυτονόητο: Καμία ακαδημαϊκή ιδιότητα – ακόμη και σχετική με οικονομικά θέματα τέτοιου τύπου, όπως η κρίση στην Ελλάδα, πόσω μάλλον άσχετη με αυτά – δεν δικαιούται να προσδίδει το χαρακτήρα της αυθεντίας σε «λύσεις» που προτείνονται από αυτούς που τη φέρουν. Για τον απλούστατο λόγο πως όλες αυτές οι «λύσεις» είναι μονάχα απόψεις, «δόξες». Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από τους συμβουλάτορες που αυτοανακηρύσσονται Μεσσίες. Όταν μάλιστα αυτοί οι... ψευτομεσσίες έχουν το ΘΡΑΣΟΣ να θεωρούν ως ευϋπόληπτο έντυπο μονάχα αυτό στο οποίο καταγράφεται το δικό τους και μόνο «Ευαγγέλιο», του δικού τους «δόγματος», πλέον αναφερόμαστε σε απολυταρχική σκέψη, ανελεύθερη κι αντιδημοκρατική...
Δε γνωρίζω τι θα απαντούσα, αν ήμουν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στα «συμβουλευτικά» δοκίμια τύπου Dixon και Βερέμη. Υποθέτω όμως ότι περισσότερο κακό φέρει ο Μεσσιανισμός σε μια χώρα, που κλυδωνίζεται από την κρίση, παρά η διατύπωση διαφόρων – έστω και διαφορετικών – αντιλήψεων που προτείνουν μιαν άλλη προσέγγιση της κρίσης.



[i] Απάντηση στις επιστολές των H. Dixon και Θ. Βερέμη, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή της 2ας Ιουλίου 2011

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Η Επανάσταση του 1821 και η προπαγάνδα του σήμερα

Παρακολούθησα, όπως πολλοί άλλοι, εκπαιδευτικοί και μη, τη σειρά των εκπομπών του ΣΚΑΙ, η οποία αναφερόταν στην επανάσταση του 1821. Ως εκπαιδευτικός κι ως Έλληνας αισθάνθηκα να με ραπίζουν στην ψυχή, να με προσβάλλουν με τέτοιο τρόπο, ώστε κατακλύστηκα επί πολλές μέρες με μια πικρία που φαινόταν να μην έχει τελειωμό. Όπως όλες οι πίκρες όμως, πέρασε. Κι όταν η πίκρα περνά, αντικρίζεις τα πράγματα πιο φωτεινά. Άφησα αρκετό καιρό το θέμα να στριφογυρίζει στο μυαλό μου. Κι όταν πέρασε το χρονικό εκείνο διάστημα που τιθάσευε την ψυχή μου η οργή, αποφάσισα να απαντήσω, έστω και μερικώς, σ’ όσα ελέχθησαν.
Δεν υπήρχε καταρχήν αντίλογος στην εκπομπή. Παρουσιάστηκε μόνο μια άποψη. Κι όταν κάτι αποτελεί προσπάθεια ενημέρωσης ή παράθεσης απόψεων, ειδικότερα για τέτοιου είδους ζητήματα, ο αντίλογος θα έπρεπε να υφίσταται. Φαίνεται όμως οι συντελεστές της εκπομπής και οι ομιλητές της δεν αντέχουν, προφανώς, το διάλογο. Μάλλον δεν εξεπλάγην από αυτό…
Μέτρησα 147 ανακρίβειες, 32 λάθη και πάνω από 50 ασάφειες σ’ όλη τη διάρκεια της σειράς των εκπομπών. Δεν μπορώ, στα πλαίσια του παρόντος να τις απαριθμήσω όλες. Θα αναφερθώ σε κάποια από αυτά, απλώς και μόνο για να καταδείξω τη γενικότερη προσπάθεια αλλοίωσης της ιστορίας.
Πριν προχωρήσω όμως, θα εκφράσω μια γενικότερη ανησυχία. Είναι πράγματι δυσκολονόητο να βλέπεις έγκριτους – υποτίθεται – ιστορικούς και δημοσιογράφους, ανεξαρτήτως κομματικών και πολιτικών τοποθετήσεων, να αλλοιώνουν σε τέτοιο βαθμό τις ιστορικές πηγές και το γενικότερο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Είναι επίσης δυσοίωνο να αντιλαμβάνεσαι πως η προσπάθεια αυτή προφανώς εκπηγάζει όχι απλώς από την ανεπιτήδευτη, έστω κι αν πρόκειται για εσφαλμένη, αντίληψη για ιστορικά γεγονότα, αλλά από μια σκόπιμη μορφή προπαγάνδας που διαθέτει – δεν μπορώ αλλιώς να τα χαρακτηρίσω – τόσο αντεπιστημονικά, όσο και ανθελληνικά στοιχεία. Τα ΜΜΕ πάντοτε βρίσκονται ενώπιον τούτου πειρασμού, να αναπαράγουν δηλαδή, εν είδει πλύσης εγκεφάλου, πλαστή ιστορία που εξυπηρετεί είτε πολιτικές, είτε άλλες σκοπιμότητες. Είναι πάντοτε παρών, φαντάζομαι, ο φόβος των περισσοτέρων πνευματικών ανθρώπων ότι η αλήθεια πλέον έχει τόση αξία, όση οι περίφημοι «δισσοί λόγοι» των σοφιστών: Αν μπορώ να σου αποδείξω τη δική μου αλήθεια, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΜΟΝΗ! Αυτή τη σχετικότητα της αλήθειας αποδέχεται κάθε προσπάθεια προπαγάνδας, ιστορικής ή όποιας άλλης. Πρέπει όμως να ενθυμούμαστε τα εξής: η αλήθεια δεν είναι υπόθεση ενός μόνο ανθρώπου, ούτε μιας ομάδας. Όσοι αυτοαποκαλούνται «έγκριτοι» - ή έτσι τους αποκαλεί η κλάκα και η ομάδα που τους υποστηρίζει – απλώς γελοιοποιούν εαυτούς. Κανένα όνομα, όσο γνωστό και διάσημο κι αν είναι, κανένας άνθρωπος, όποια θέση κι αν κατέχει, δεν κρίνεται αλάνθαστος, μοναδικά «έγκριτος». Καθένας βέβαια μπορεί να αναφέρει την άποψή του, ειδικότερα αν τυχαίνει να εμφανίζεται και ως ειδικός σε ένα θέμα. Δυστυχώς, η εμπειρία μου από το λεγόμενο Ακαδημαϊκό χώρο μου έχει δείξει πως η ειδίκευση ή τα πτυχία που δήθεν την αποδεικνύουν, δε σημαίνει πάντα και επιστημοσύνη ή γνώση της αλήθειας. Εξάλλου, το δικαίωμα να εκφράζει κανείς την άποψή του, δημόσια ή ιδιωτικά, είναι σαφώς αναφαίρετο. Υπάρχουν όμως και όρια σ’ αυτό το δικαίωμα, όπως υπάρχουν σε όλα τα δικαιώματα. Αν, για παράδειγμα, εμφανιστεί κάποιος και ισχυριστεί δημόσια ότι ο κ. Βερέμης είναι πράκτορας της CIA, υποστηριχτής της αντίληψης του Κίσσινγκερ περί του Ελληνισμού, οπαδός μιας έξωθεν πολυπολιτισμικής επιβολής και υπηρέτης ξένων συμφερόντων, ακόμη κι αν όλα τα προηγούμενα είναι αληθινά, δίχως ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί, ιδιαίτερα μάλιστα αν εκφραστούν ΔΗΜΟΣΙΑ. Βλέπετε, εξακολουθώ να πιστεύω ότι  όλοι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα της έκφρασης απόψεων. Όμως, οι ομιλητές του ΣΚΑΙ δεν διατύπωσαν μία προσωπική άποψη στα πλαίσια φιλικής – ας πούμε – συνεστίασης, αλλά ως δημοσιογράφοι και ιστορικοί, άνθρωποι που ο λόγος τους έχει – μικρή ή μεγάλη, δεν έχει σημασία – απήχηση διατύπωσαν απόψεις που χλευάζουν τόσο την ιστορία, όσο και τους ανθρώπους που καθορίζουν την ταυτότητά τους βάσει αυτής. Όμως, κανείς άνθρωπος, πολύ δε περισσότερο άνθρωποι με κάποιο κοινωνικό και επιστημονικό κύρος, δεν επιτρέπονται να πράττουν κάτι τέτοιο. Και τούτο αποτελεί – για τον ίδιο το δημοσιογράφο ή τον ιστορικό ή τον ακαδημαϊκό – στοιχείο έλλειψης πολιτικής παιδείας, πνευματικότητας, ηθικής ελευθερίας, εντιμότητας, επαγγελματικής δεοντολογίας.
Παραθέτοντας παρακάτω κάποια από τα ζητήματα που υποστηρίχτηκαν από την εν λόγω σειρά εκπομπών, απέφυγα την αναφορά σε συγκεκριμένες ανακρίβειες που είχαν να κάνουν με την ίδια την Επανάσταση. Πρωτίστως, διότι κάτι τέτοιο απαιτεί αναφορά σε τόσα πολλά ιστορικά γεγονότα, που θα ξέφευγε από την παρούσα προσπάθεια. Το να προσπαθήσει κανείς να αντικρούσει π.χ. την υπόνοια ότι ο Κολοκοτρώνης ήταν ομοφυλόφιλος, μοιάζει σα να προσπαθεί κανείς να βρει σοβαρά επιχειρήματα εναντίον ενός ανέκδοτου, ενός αστείου, δηλαδή που χρησιμοποιεί λεκτικές ατάκες και αναφέρεται σε επεισόδια, με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκαλέσει το γέλιο.
Ένα από τα θέματα που θίχτηκαν στις εκπομπές του ΣΚΑΙ ήταν κι αυτό της φυλετικής συνέχειας. Αναφέρθηκε ξεκάθαρα ότι δεν είμαστε φυλετικά Έλληνες, ότι στην ουσία δεν υπάρχει φυλετική συνέχεια ή καθαρότητα της ελληνικής φυλής. Κανείς πράγματι δεν είναι δυνατόν να ισχυρίζεται σοβαρά την ύπαρξη καθαρότητας μιας φυλής, ακόμη και της δικής μας. Οι πολλαπλές και μακραίωνες κατοχές από ξένους λαούς, οι επιμειξίες που συνέβησαν στον Ελληνικό χώρο είναι γεγονός. Από κει όμως μέχρι να ειρωνευόμαστε τον αυτοκαθορισμό μας ως Έλληνες ο δρόμος είναι μακρύς και δύσβατος. Ακόμη και η FYROM δικαιούται, έστω κι απολύτως εσφαλμένα, να ισχυρίζεται σχέση της σλαβικής φυλής με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους Μακεδόνες. Με ποιο δικαίωμα θα μπορούσε να ειρωνεύεται κάποιος – και μάλιστα άνθρωπος με ιδιαίτερο κύρος στη γνώμη του, όπως ο κ. Βερέμης – τη δική μας θέληση να αποκαλούμαστε Έλληνες; Αλλά, ας πάμε και σε πιο συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Η Ελληνική συνέχεια αποδεικνύεται κατά πρώτον από το γεγονός ότι διατηρήθησαν επί μακρόν βασικά στοιχεία εθνοφυλετικής σύστασης: η γλώσσα, τα ήθη κι έθιμα, οι παραδόσεις, ακόμη κι η θρησκευτική πίστη αποτελούν στοιχεία που αποδεικνύουν πρώτον ότι ο Ελληνικός λαός, κυρίως λόγω του σημαντικού πολιτισμού που είχε αναπτύξει δεν αφομοιώθηκε, αλλά αντίθετα αφομοίωσε τους κατακτητές του. Επέδρασε σε τέτοιο βαθμό πάνω τους, ώστε τελικά να διατηρηθεί η εθνική ταυτότητα, παρά το γεγονός ότι επί μακρόν είμασταν υπό ξένο ζυγό.  Οι τελευταίες μάλιστα επιστημονικές ανακαλύψεις αποδεικνύουν (βλ. και άρθρο εφ. Βήμα, το οποίο στηρίχτηκε σε έρευνα του πανεπιστημίου του Cambridge) ότι οι ανθρώπινες φυλές δύνανται πλέον να διαχωριστούν και να κατηγοριοποιηθούν με βάση βιολογικά κριτήρια. Ας κάνουμε εδώ μια παρένθεση: Η επίγνωση ύπαρξης ξεχωριστών φυλών – και αντίστοιχων πολιτισμικών παραδόσεων – δε συνιστά αποδοχή ρατσιστικών αντιλήψεων. Ο ρατσισμός πρωτίστως πρεσβεύει την ανωτερότητα κάποιων φυλών και το δικαίωμα της άσκησης βίας των ανώτερων στις κατώτερες. Δεν πιστεύει μόνο στο διαχωρισμό φυλών, αλλά εκκινεί από αυτό το διαχωρισμό. Το ότι πιστεύουμε στην Ελληνική μας καταγωγή, δε σημαίνει ότι είμαστε a priori ρατσιστές. Η ειρωνεία, λοιπόν περί της Ελληνικής συνείδησης και της εθνικής σύστασης των Ελλήνων αποτελεί απλώς ανόητο επιχείρημα και προσπάθεια κατάργησης της διαφορετικότητας των πολιτισμών και των αντίστοιχων παραδόσεών τους. Κάτι τέτοιο συνιστά κατάφωρη παραβίαση των δικαιωμάτων του αυτοκαθορισμού ενός λαού, με βάση επιστημονικά και ιστορικά τεκμήρια. Αναρωτιέμαι, μάλιστα αν ο κ. Βερέμης αναδεικνύει την ίδια ειρωνεία περί του – εντελώς ανιστόρητου – ισχυρισμού των ψευδο – Μακεδόνων της FYROM. Πολύ αμφιβάλλω…
Για το κρυφό σχολείο, αναφέρθηκε η άποψη ότι δεν υπήρχε κρυφό σχολείο, ότι γενικότερα – συνάγεται υποτίθεται το παρακάτω εκ της προκείμενης «δεν υπήρχε κρυφό σχολείο» - οι Έλληνες δεν ενδιαφέρονταν για την παιδεία κ.ο.κ. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ενώ οι κ. Βερέμης και οι συν αυτώ επικαλούντο τον Παπαρρηγόπουλο σε άλλα σημεία, τον παραλείπουν σ’ αυτό το θέμα. Ο εν λόγω λοιπόν ιστορικός αναφέρει στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, στον 10ο τόμο ότι κατά περιόδους και κατά τόπους κηρύχτηκε πραγματικός διωγμός τόσο της Εκκλησίας, όσο και γενικότερα του Ελληνικού στοιχείου. Οι διωγμοί ήσαν τόσο σκληροί, γράφει ο ιστορικός, ώστε ήταν πραγματικά σε πολύ δύσκολες συνθήκες έπρεπε να ζουν οι Έλληνες και να διαφυλάττουν την πίστη τους και την εκπαίδευσή τους. Κατά συνέπεια, ούτε ωραία (!) περνούσαμε κατά την Τουρκοκρατία, ούτε αδιάφοροι ήμασταν περί της πίστης και της εκπαίδευσης ή της παιδείας μας. Το ότι μάλιστα διατηρήσαμε στο ακέραιο σχεδόν την παράδοση και τη γλώσσα μας το αντίθετο αποδεικνύει.
Στο θέμα της δήθεν αρμονικής συνύπαρξης των Ελλήνων με τους Τούρκους και, εξ αυτής της… αγαστής συνύπαρξης, της απώλειας της εθνικής μας ταυτότητας, υφίστανται όχι μόνο ανακρίβειες και ιστορικές παραποιήσεις, αλλά και αδυναμία κατανόησης του γενικότερου ιστορικού και ψυχολογικού πλαισίου του Ελληνικού λαού. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης επέφερε μια πραγματική πτώση του Ελληνικού πολιτισμού. Οι Τούρκοι, σκληροί και βάναυσοι δυνάστες σε μια μεγάλη περίοδο της Τουρκοκρατίας (ο Σελήμ Α, ο Σουλεϊμάν, ο Μουράτ Δ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα των πιο σκληρών Σουλτάνων που εξαπέλυσαν τρομακτικές διώξεις κατά του Ελληνικού και Χριστιανικού στοιχείου, όπως αναφέρεται σε όλες τις Ιστορίες του Ελληνικού Έθνους), δεν επέτρεπαν στους Έλληνες όχι μόνο να πράξουν, αλλά ούτε και να αναλογίζονται την περίπτωση ξεσηκωμού, για τουλάχιστον τρεις αιώνες. Μαύροι αιώνες, δύσκολες οι συνθήκες επιβίωσης, τρομοκρατημένος ο Ελληνικός υπόδουλος λαός. Το ότι ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΕ να ζει υπό καθεστώς ξένου δυνάστη δε σημαίνει ότι ζούσε αρμονικά μαζί του! Το δόγμα «Ησυχία, τάξις και ασφάλεια» μπορεί να ισχύσει και σε τέτοια καθεστώτα δουλείας. Γι’ αυτό εξάλλου και οι Αρχαίοι έλεγαν «Αιρού δίκαιον πόλεμον, αντί ειρήνης αισχράς»! Θα χρειαστεί να γίνουν πολλά ακόμη, ώστε ο Έλληνας να διεκδικήσει το λυτρωμό του. Θα χρειαστεί να ανάψει και πάλι η σπίθα της ελευθερίας, να ξεβολευτεί από μια κατάσταση που την είχε πλέον συνηθίσει (κανείς δεν αρνείται ότι πάρα πολλοί Έλληνες είχαν πλέον βολευτεί σ’ αυτό το ανελεύθερο καθεστώς). Αλλά το να ονομάζεις αρμονική συνύπαρξη, την υπό απειλή χρήσης βίας συγκατοίκηση, αυτό ξεπερνά κάθε όριο επιστημονικής και ιστορικής ανακρίβειας.
Το αμέσως επόμενο βήμα που πράττει κανείς, όταν διαπιστώνει όλα αυτά τα ανακριβή, είναι να ρωτήσει «γιατί». Γιατί τέτοια προπαγάνδα; Πού αποσκοπεί; Τούτα μάλιστα τα «γιατί» συνδυάζονται με κάποια άλλα, της τρέχουσας ιστορικής συγκυρίας. Ας τα απαριθμήσω:
Γιατί τα νομικά συμβούλια των σωμάτων ΓΕΕΘΑ, ειδικότερα εκείνο του ΓΕΝ, έχουν πάρει εντολές να μελετήσουν, με βάση διεθνείς και εγχώριες συνθήκες, την περίπτωση συν – εκμετάλλευσης του Αιγαίου από την Ελλάδα και την Τουρκία;
Γιατί διπλωματικές πηγές ξένες αναφέρουν πως η Ελλάδα δήλωσε πως σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να θέσει ζήτημα περί υφαλοκρηπίδας ή αύξησης του ορίου των ναυτικών μιλίων, με οικονομικά ανταλλάγματα;
Γιατί η Ελλάδα δέχτηκε όχι την εκμετάλλευση της κρατικής περιουσίας προς όφελός της, αλλά την εκποίηση και παραχώρησή της σε ξένες πολυεθνικές εταιρείες, με αντάλλαγμα κι άλλα δάνεια, αντί να προβεί σε εξόφληση των ήδη υπαρχόντων;
Έχω ξαναπεί πως η χειρότερη μορφή κατοχής είναι αυτή που αποκρύπτει τους εμφανείς όρους της. Δεν βλέπουμε ξένα στρατεύματα στο έδαφός μας, δεν αντικρίζουμε εισβολές στρατιωτών. Όμως, δεχόμαστε οικονομική μορφή καταπίεσης, επιτρέπουμε την παραχώρηση της κρατικής περιουσίας – που ανήκει σε ολόκληρο το λαό –σε ξένες δυνάμεις, επιτρέπουμε την παραχώρηση εδαφικής κυριαρχίας προς όφελος οικονομικής «συν – εκμετάλλευσης». Επιτρέπουμε να γινόμαστε υποχείρια και δούλοι, δίχως μάλιστα να το αντιλαμβανόμαστε. Τούτο είναι το χειρότερο απ’ όλα. 
Είναι δύσκολο να έχεις απέναντί σου μια χώρα σαν την Ελλάδα. Η ιστορική της πορεία, η πολιτισμική της ανάπτυξη, ο φωτοδότης πολιτισμός της είναι στοιχεία που δε σβήνονται εύκολα. Κάθε έξωθεν παρέμβαση δοκίμασε και εξακολουθεί να δοκιμάζει είτε την εδαφική της υποταγή, είτε την εθνική της κατάπτωση. Το πρώτο δεν τελεσφόρησε ως τώρα. Το δεύτερο φαίνεται πως είναι ο τρόπος, η προσπάθεια της νέας τάξης πραγμάτων να καταπνίξουν το ελληνικό δαιμόνιο. Να ταπεινώσουν την Ελληνική σκέψη, να συρρικνώσουν την Ελληνική δύναμη. Πώς να αντιτάξεις την οικονομική σου μεγαλοσύνη – ψεύτικη, προσωρινή και κυρίως ευτελής – απέναντι στην πνευματική σπουδαιότητα, το ψυχικό μεγαλείο και την ηθική αξιοσύνη; Καθιστάς το πνεύμα υπόδουλο στο χρήμα. Καταντάς ένα φωτοδότη πολιτισμό επαίτη της διεθνούς αγοράς. Κουρελιάζεις την αξιοπρέπειά του, ευτελίζεις την πίστη του για τριάντα αργύρια.
Αν δεν είναι τώρα η ώρα μιας νέας επανάστασης, πότε είναι; Αν δεν καταφέρουμε τώρα να μεταλαμπαδεύσουμε αξίες των προγόνων μας στα παιδιά μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να τις επικαιροποιήσουν και να μάθουν με αυτές να αντιμετωπίζουν νέες καταστάσεις, τόσο όμως αναλογικά ίδιες με εκείνες που αντιμετώπισαν οι πατέρες και οι παππούδες μας, πότε θα καταφέρουμε να το κάνουμε; Αν δεν ξεσηκωθούμε τώρα, όχι για να διεκδικήσουμε απλώς και μόνο μια ψευδή, πλαστή κι ανυπόστατη οικονομική ευμάρεια, αλλά για να πρωτοστατήσουμε και πάλι πολιτισμικά, ν’ ανάψουμε σαν πρώτα τη σπίθα του πνεύματος, να διακηρύξουμε την αξία της ηθικής, να διαδώσουμε εκ νέου τις ιδέες της ουσιαστικής ελευθερίας και της πραγματικής δημοκρατίας που πρώτοι αναδείξαμε, πότε θα το κάνουμε; Είμαστε ένας λαός με μύρια προβλήματα, λίγοι σε πληθυσμό, μικροί σε έκταση. Όμως, με ψυχικά αποθέματα μύρια, με καρδιά που δε λυγίζει εύκολα, με νου γεμάτο φως, με πνεύμα ακόμα δυνατό, με ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία ως χώρα. Κι ας μας πουλάνε οι άλλοι το σκοτάδι για φως, την απαισιοδοξία για τρόπο ζωής, την αθλιότητα της ψυχής τους για ήθος και τη μαυρίλα του πνεύματός τους για γνώση. Δεν ξεπουλιόμαστε για τριάντα αργύρια…!

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Τείχη που υψώνουμε...

Ως προς το ζήτημα του τείχους που εικάζεται ότι θα φτιαχτεί στον Έβρο, δεν είμαι από αυτούς που πρόχειρα το συγκρίνουν με το τείχος του Βερολίνου. Κι αυτό για τους εξής λόγους: Το τείχος του Βερολίνου αποτέλεσε τη ντροπή της σύγχρονης πολιτικής σκέψης, υπό την έννοια ότι διαίρεσε στα δύο μία πόλη, μία χώρα, ένα έθνος. Είναι αδιανόητο, έστω κι ως πράξη «αντεκδίκησης» για τα όσα συνέβησαν στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διότι ουσιαστικά αυτό ήταν, να χωρίζεις στα δύο έναν ολόκληρο λαό, επιβάλλοντας μάλιστα το πολιτικό καθεστώς που θα ακολουθήσει το ένα μισό. Κατά δεύτερον, επρόκειτο για την αποθέωση του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των δύο μεγάλων Υπερδυνάμεων της εποχής, ενώ το γκρέμισμά του θεωρήθηκε η τελική ταφόπλακα ενός μεταπολεμικού καθεστώτος τρόμου και η οριστική επούλωση των πληγών ενός ολόκληρου πλανήτη.
Το ζήτημα του τείχους που πρόκειται να δημιουργηθεί στον Έβρο, σαφώς δε διέπεται από τις ίδιες αιτίες και ιστορικές συνιστώσες. Πρόκειται για μια τοπική περισσότερο πράξη περιορισμού ενός φαινομένου που δημιουργεί πλείστα προβλήματα, αυτό της λαθρομετανάστευσης, η οποία τα τελευταία χρόνια διαμόρφωσε πλείστες εστίες κοινωνικών συγκρούσεων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και τις υπόλοιπες χώρες, στις οποίες οι μετανάστες κατέφευγαν, μέσω Ελλάδας. Δεν χωρίζει λαό ή έθνος, αλλά στην πραγματικότητα δύο διαφορετικές και αρκετά διαφοροποιημένες κουλτούρες, τόσο από τη θρησκευτική σκοπιά, όσο και από μια πολιτικοκοινωνική σκοπιά με αρκετές διαφοροποιήσεις και ως προς την οικονομική πλευρά. Αναφέρεται κυρίως σε μια νομική πλευρά του θέματος της μετανάστευσης κι όχι προφανώς στην ολότητα του ζητήματος, διότι ζητά να πλήξει τη λαθρομετανάστευση, η οποία κυρίως επιβαρύνει τους ίδιους τους μετανάστες, αφού ανά πάσα στιγμή κινδυνεύουν να χάσουν τη ζωή τους ή να χαραμίσουν ολόκληρες περιουσίες πληρώνοντας τη διακομιδή τους για ένα όνειρο, που συχνά μένει απατηλό. Κακώς μάλιστα χαρακτηρίζουν την ίδια τη σκέψη ανέγερσης ενός τέτοιου τείχους ρατσιστική ή ξενόφοβη. Απ’ όσο γνωρίζω, είναι επιθυμία και των δύο γειτονικών χωρών να ανεγερθεί ένα τέτοιο τείχος, κι όχι μόνο της Ελληνικής πλευράς. Έπειτα, το έχω ξαναπεί, η αναφορά στα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργεί η λαθρομετανάστευση στην Ελλάδα (αύξηση εγκληματικότητας, αδυναμία ελέγχου της κατάστασης) δεν αποτελεί ρατσισμό. Ούτε αποτελεί ξενοφοβία το να επιδιώκω – απόλυτα αυτονόητο σε άλλες χώρες – τον περιορισμό και τον έλεγχο αυτών που επιθυμούν να έρθουν στην Ελλάδα και το γεγονός ότι προσπαθώ να προστατεύσω τη χώρα μου και το σπίτι μου από μια κατάσταση που δεν τιμά ούτε τη χώρα μου, ούτε τους πολιτικούς της ηγέτες δε με καθιστά βέβαια φασίστα! Τέτοιες απλοϊκές κρίσεις φανερώνουν πολιτική ένδεια και κοινωνική αμάθεια.  
Παρά τις παραπάνω διαπιστώσεις, όμως είμαι από αυτούς που τάσσονται ενάντια στην κατασκευή ενός τέτοιου τείχους, για τους εξής λόγους: δεν πιστεύω ότι μια τέτοια εξέλιξη προστατεύει πραγματικά και πρακτικά από το κύμα της λαθρομετανάστευσης. Τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εκτείνονται – σε μεγάλο βαθμό – σε εκατοντάδες μίλια θαλάσσιας πρόσβασης, που δεν ελέγχονται εύκολα. Το να φράξω, λοιπόν μια λωρίδα γης δε σημαίνει ότι αυτομάτως θα περιορίσω τη λαθρομετανάστευση ή, πολύ περισσότερο, ότι θα την ανακόψω τελείως. Κατά δεύτερον, ακόμα και η προστασία των λαθρομεταναστών, η οποία προβάλλεται ως δικαιολογία, από τις «κακοτοπιές» του Έβρου και τις απώλειες ζωών, μοιάζει απλώς δικαιολογία: αυτός που πραγματικά στοχεύει να μεταναστεύσει λαθραία, θα το κάνει όπως και να’ χει, θα βρει άλλους τρόπους και άλλες διόδους. Θεωρώ, όμως σημαντικότερο λόγο το γεγονός ότι μια τέτοια πράξη ανέγερσης τείχους, θα σημάνει – για ακόμα μία φορά στην παγκόσμια ιστορία – την πολιτική φτώχεια των σύγχρονων ηγεσιών. Αν δεν είναι ικανοί οι πολιτικοί ηγέτες να προστατεύουν τόσο το λαό, τον οποίο εκπροσωπούν και διοικούν, από παράνομες πράξεις ή δεν έχουν τη βούληση να εφαρμόζουν τους νόμους αυστηρά, όπου χρειάζεται, ένα τείχος πραγματικά δε θα κάνει καμία διαφορά. Διότι η ίδια η ανικανότητα θα φτιάξει τρύπες στο τείχος. Αν η εκπαιδευτική ηγεσία δεν είναι ικανή να διδάξει την πίστη στη νομιμοφροσύνη, την αγάπη για την πατρίδα, την κυριαρχία της λογικής σκέψης στις πράξεις μας, κανένα τείχος δεν μπορεί να μας προστατέψει από την έξαρση της παρανομίας, την υποδούλωση σε ξένα αφεντικά, το βιασμό της λογικής. Τείχη που υψώνουμε έξω από μας, τα έχουμε από πριν υψώσει μέσα μας, στην ψυχή μας, στο πνεύμα μας, στην καρδιά μας…


Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Τα... ειδικά άτομα στην εποχή του Μνημονίου

Είμαι άνθρωπος με ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στα Άτομα με Αναπηρίες. Δημοσιεύω, λοιπόν το παρακάτω άρθρο ενός συμπολίτου μας και πολύ αγαπητού μου φίλου, του Νίκου Ναούμη.
"
Με μεγάλη θλίψη παρακολούθησα την παραμονή των Χριστουγέννων, την εθιμοτυπική επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού μαζί με την σύζυγό του, σ’ ένα ίδρυμα, που φιλοξενεί παιδιά με νοητική υστέρηση. Δεν ξαφνιάστηκα είναι η αλήθεια γι’ αυτή την επίσκεψη. Συνηθίζεται άλλωστε, εσφαλμένα κατά την γνώμη μου, τέτοιες ημέρες, να παρατηρείται έντονη … κινητικότητα σε τέτοιου είδους χώρους. Εκείνο που στην πραγματικότητα με ξάφνιασε, ήταν οι λέξεις που χρησιμοποίησε ο κ. Παπανδρέου, για να αναφερθεί στα συγκεκριμμένα παιδιά. Τα χαρακτήρισε … ειδικά άτομα!

Ακούγοντας κανείς τον παραπάνω χαρακτηρισμό, το λιγότερο που θα μπορούσε να σκεφτεί, είναι αν άκουσε καλά η μέσα στην γενικότερη αναστάτωση δεν άκουσε καλά. Θα μπορούσε κανείς να πει, ότι ήταν μια άτυχη στιγμή. Είναι όμως έτσι; Εγώ ξέρω επίσης ότι γλώσσαν λανθάνουσαν, αλήθεια λέγειν…

Κατά καιρούς έχουμε ακούσει διάφορους χαρακτηρισμούς παρόμοιας υψηλής νοηματικής εφευρετικότητας. Κορυφαία όλων και ποιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανοησίας που δυστυχώς συνεχίζεται, θες από σκοπιμότητα, θες από συνήθεια, είναι ο όρος άτομα με ειδικές ικανότητες…

Κάθε ανθρώπινο πλάσμα, έχω την άποψη και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος, ότι αποτελεί μια ξεχωριστή, μια ιδιαίτερη αν θέλετε οντότητα. Κάθε ξεχωριστή και άρα μοναδιαία τέτοια όντότητα, όπως είναι άλλωστε και λογικό, έχει τις δικές του ξεχωριστές, συγκεκριμμένες και ειδικότερες δυνατότητες και ανάγκες, που τον καθιστούν έτσι, ξεχωριστό και διαφορετικό από το σύνολο

Πολύ φοβάμαι, παρατηρώντας γύρω μου το τελευταίο διάστημα τις ραγδαίες αλλαγές και αλλοιώσεις που παρατηρούνται στον κοινωνικό ιστό και στην κοινωνική συνοχή της πατρίδας μου, ότι οι ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, παιρνούν σιγά – σιγά και με μαθηματική ακρίβεια, στο περιθώριο της κοινωνίας. Κεκτημένα δικαιώματα, με αγώνες, με σκληρή προσπάθεια και μεγάλο πόνο, κατακερματίζονται και θυσιάζονται στο βωμό της ευδοκίμησης των αριθμών και της εξυπηρέτησης των σκληρών όρων του μνημονίου, που η κυβέρνηση μας έχει επιβάλλει, χωρίς εμείς ποτέ να ερωτηθούμε γι’ αυτό.

Κλείνοντας, δεν θέλω να κουράσω άλλο, θέλω απλά να θυμίσω σε όλους και να σας πληροφορήσω παράλληλα εάν τυχόν δεν το γνωρίζετε, ότι το Σύνταγμά μας, έχει καθορίσει με απόλυτη ακρίβεια, την διαφορετικότητα ενός μη αρτιμελούς ανθρώπου. Σύμφωνα με το Σύνταγμά μας λοιπόν καθώς και με τα αντίστοιχα Συντάγματα των πιο ανεπτυγμένων κρατών του πλανήτη, ο όρος που έχει καθιερωθεί για να αναφέρεται κανείς στην ευαίσθητη αυτή κοινωνική ομάδα, είναι ο όρος, Ατομα ΜΕ Αναπηρία. Όλοι οι άνθρωποι με αναπηρία, έχουμε αποδεχτεί αυτόν τον όρο. Αν θέλετε όπωσδήποτε να μας χαρακτηρίσετε κάπως, θέλοντας να μας διαχωρίσετε από το υπόλοιπο σύνολο, μπορείτε να μας χαρακτηρίσετε έτσι. Μας προκαλεί αηδία και αποτροπιασμό, όταν θέλοντας να έχετε την συνείδησή σας καθαρή, πιστεύοντας λανθασμένα ότι έτσι δεν μας προσβάλλεται, μας προσφωνείτε ως … άτομα με ειδικές ικανότητες, … άτομα με δύναμη ψυχής και διάφορα άλλα τέτοια πολύ εφευρετικά καιψυχοπονιάρικα

Τέλος, καθώς είναι και μέρες γιορτών και οι ευχές είναι στην … ημερήσια διάταξη, θα’ θελα να ευχηθώ, να μην φτάσουμε στο σημείο να δούμε και πάλι, μια γνώριμη εικόνα, πολύ θλιβερή, του παρελθόντος, να δούμε δηλαδή ξανά ανθρώπους με ένα ακορντεόν και το λευκό τους μπαστουνάκι παραμάσχαλα, στα βαγόνια του ηλεκτρικού, να ζητιανεύουν για πενταροδεκάρες".
Απλά συμπληρώνω: Η ικανότητα ενός πολιτικού ηγέτη δεν είναι απλώς να διαθέτει έναν... καλό image maker για να του υποδεικνύει ότι πρέπει - χρονιάρες μέρες γαρ - να δίνει προσοχή - ας πούμε - στα άτομα με ειδικές... ικανότητες! Η ικανότητα ενός πολιτικού ηγέτη κρίνεται από το πόσο αποφασισμένος είναι να λάβει μέτρα ώστε να καταστήσει την εκπαίδευση, την εργασία, τη ζωή γενικότερα των ανθρώπων με αναπηρίες ευκολότερη, ώστε αυτή να είναι ισότιμη με των άλλων συνανθρώπων του. Επί τούτου κρίνεσθε, κύριε Πρωθυπουργέ...!